Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διέρχομαι

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: διέρχομαι Medium diacritics: διέρχομαι Low diacritics: διέρχομαι Capitals: ΔΙΕΡΧΟΜΑΙ
Transliteration A: diérchomai Transliteration B: dierchomai Transliteration C: dierchomai Beta Code: die/rxomai

English (LSJ)

fut. διελεύσομαι (but δίειμι is used in Att. as fut., and διῄειν as impf.): aor. διῆλθον:—

   A go through, pass through, abs., ἀντικρὺ δὲ διῆλθε βέλος Il.23.876, etc.: c. gen., φάτο… ἔγχος ῥέα διελεύσεσθαι… Αἰνείαο 20.263, cf. 100; σφαγῶν διελθὼν ἰός S.Tr.717; δ. διὰ τῆς νήσου Hdt.6.31; διέρχεται ἅπαντα διὰ τούτου Ar.Av.181; δ. διὰ πάντων Act.Ap.9.32; εἰ σῶμα οὖσα ἡ ψυχὴ… διῆλθε διὰ παντός Plot. 4.7.8: c. acc., δ. πῶϋ, ἄστυ, Il.3.198, 6.392; θύρας (pl.) Lys.12.16; τὴν πολεμίαν Th.5.64; τρεῖς σταθμούς X.An.3.3.8.    2 pass through, complete, τὸ πέμπτον μέρος τῆς ὁδοῦ Hdt.3.25; τὸν βίον Pl. R.365b, etc.; παιδείαν X.Cyr.1.5.1.    3 of reports, βάξις διῆλθ' Ἀχαιούς S.Aj.999: abs., διῆλθεν ὁ λόγος went abroad, spread, Th.6.46, cf. X.An.1.4.7; κληδὼν γῆς διῆλθε S.Ph.256.    4 of pain, shoot through one, ib.743; of passion, ἵμερος δ. Ἡρακλῆ Id.Tr.477; ἐμὲ διῆλθέ τι a thought shot through me, E.Supp.288.    5 pass through and reach, arrive at, βίου τέλος Pi.I.4(3).5.    6 go through in detail, recount, λόγον Id.N.4.72; χρησμόν A.Pr.874; ἃ διῆλθον the details I have gone through, Th.1.21; ὀλίγα διελθών a little further on, Pl.Prt.344b; δ. περί τινος Isoc.4.66,9.12, Pl.Prt.347a; ὑπέρ τινος Plb.1.13.10; πάντα μετὰ φρεσί h.Ven.276; πρὸς αὑτόν Isoc.11.47; δ. τίς πολιτεία… συμφέρει Arist.Pol.1296b14.    II intr. of Time, pass, elapse, χρόνου οὐ πολλοῦ διελθόντος Hdt.1.8, cf. 3.152, D.23.153, Plb.20.10.17; τοῦ διεληλυθότος ἔτους the past year, BGU410.7 (ii A. D.), etc.; διελθουσῶν τῶν σπονδῶν Th.4.115; διελθὼν ἐς βραχὺν χρόνον having waited, E.HF957 codd. (fort. ὡς).

German (Pape)

[Seite 621] (s. ἔρχομαι), durchgehen; – 1) räumlich, ἄστυ, πῶυ, durch die Stadt hin, durch die Heerde hingehen, Il. 6, 392. 3, 198; πύλας, Eur. Suppl. 753; τὴν χώραν, Plat. Menex. 240 b; oft bei den Historikern, z. B. τὴν πολεμίαν, Thuc. 7, 64; τὰ ὄρη, Xen. An. 4. 1, 3. u., wie auch sonst oft, von Völkern, 3, 5, 17; ὁδόν, Plat. Legg. III, 685 a; τρεῖς σταθμούς Xen. An. 2, 4, 12, u. öfter, wobei an das Ziel gedacht wird, ganz durchmarschiren. – Dah. übertr., τὸ βίου τέλος, verleben, Pind. I. 3, 23; ἑπτὰ περιδρομὰς ἐτῶν Eur. Hel. 776; δικαίως τὸν βίον διελθεῖν, Plat. Gorg. 523 a; χρόνον, Plut. T. Graech. 11. Dah. πόνους. Mühsal erdulden, Eur. Herc. fur. 1226; παιδείαν, ganz durchmachen, Xen. Cyr. 1, 5, 1. Vom Gerücht, βάξις διῆλθ' Ἀχαιοὺς πάντας Soph. Ai. 978; u. absol., λόγος διῆλθε, verbreitete sich, Thuc. 6, 46; Plat. Ep. VII, 329 c; Xen. An. 1, 4, 7 u. öfter; ἔς τινα, Plut. Alcib. 2. – Hom. vrbdt auch damit den gen., μεγάροιο, durch das Gemach gehen, Od. 6, 304; u. von dem Geschosse, durchdringen, πρὶν χροὸς διελθεῖν, Il. 20, 100; ohne Casus Iliad. 20, 263 φάτο γὰρ ἔγχος ῥέα διελεύσεσθαι Αἰνείαο; womit zu vgl. das absolute διέρχεται, es dringt durch, vom Schmerze gesagt, Soph. Phil. 733; vom Gift, ἰὸς σφαγῶν διελθών, das in die Wunde dringt, Trach. 714; von der Liebe, ἵμερος Ἡρακλῆ 477; διῆλθέ μέ τι, es ging mir etwas durch den Sinn, Eur. Suppl. 300; διά τινος, Plat. Soph. 255 e Her. 6, 31. – 2) übertr., λόγον, Pind. N. 4, 72; χρησμόν, Aesch. Prom. 876, durchgehen, erzählen; u. so in Prosa oft auch ohne Zusatz, bes. bei Plat., τὸν ἥλιον, Crat. 408 e; ἅπερ, ὅσα διήλθομεν, alles, was wir durchgenommen haben; auch περί τινος, Prot. 347 a Rep. VI, 506 d; Arist. Eth. Nic. 10, 1; τὶ πρός τινα, Plut. Aem. 31. – 3) Von der Zeit, verstreichen, vorübergehen; διελθόντος χρόνου Her. 1, 8; ὁ χρόνος διελήλυθεν Dem. 2, 25, u. öfter; Pol. auch πανηγύρεως διελθούσης, 18, 30; αἱ ἀνοχαί Dion. Hal. 3, 59.

Greek (Liddell-Scott)

διέρχομαι: μέλλ. διελεύσομαι (ἀλλὰ τὸ δίειμι εἶνε ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Ἀττ. ὡς μέλλ. καὶ τὸ διῇα καὶ διῄειν ὡς παρατ.) ἀόρ. διῆλθον, ἀποθ. «Περνῶ» διὰ μέσου, διαβαίνω, ἀπολ., ἀντικρὺ δὲ διῆλθε βέλος Ἰλ. Ψ. 876, κτλ.· - μετὰ γεν., φάτο… ἔγχος ῥέα διελεύσεσθαι… Αἰνείαο Υ. 263, πρβλ. Υ. 100· σφαγῶν διελθὼν ἰὸς Σοφ. Τρ. 717· οὕτω, δ. διὰ τῆς νήσου Ἡρόδ. 6. 31· - μετ᾽ αἰτ., δ. πῶϋ ἄστυ Ἰλ. Γ. 198, Ζ. 392· ἅπαντα Ἀριστοφ. Ὄρν. 182· τὴν πολεμίαν Θουκ. 5. 64· τρεῖς σταθμοὺς Ξεν. Ἀν. 3. 3, 8. 2) διέρχομαι, συμπληρῶ, τελειώνω, τὸ πέμπτον μέρος τῆς ὁδοῦ Ἡρόδ. 3. 25· τὸν βίον Πλάτ. Πολ. 365Β, κτλ.· παιδείαν Ξεν. Κύρ. 1. 5, 1. 3) ἐπὶ φήμης, βάξις διῆλθ᾽ Ἀχαιοὺς Σοφ. Αἴ. 999· καὶ ἀπολ., λόγος διῆλθε, διεφημίσθη, ἐξηπλώθη, διεδόθη, Θουκ. 6. 46, Ξεν. Ἀν. 1. 4, 7. 4) ἐπὶ πόνου, διαπερῶ τινα, Σοφ. Φ. 743· ἐπὶ δηλητηρίου, ὁ αὐτ. Τρ. 717· ἐπὶ πάθους, ἵμερος δ. Ἡρακλῇ αὐτόθι 477· πρβλ. Φ. 256· ἐμὲ διῆλθέ τι, μία σκέψις διῆλθε διὰ τοῦ νοῦ μου, Εὐρ. Ἱκέτ. 288. 5) διέρχομαι καὶ φθάνω, φθάνω εἰς, τὸ βίου τέλος Πίνδ. Ι. 4. 7 (3. 23). 6) διέρχομαι ἐν λεπτομερείᾳ, λέγω τὰ πάντα, διηγοῦμαι λεπτομερῶς, λόγον ὁ αὐτ. Ν. 4. 117· χρησμὸν Αἰσχύλ. Πρ. 874· ἃ διῆλθον, αἱ λεπτομέρειαι, ἃς διηγήθην, Θουκ. 1. 21· ὀλίγα διελθών, ἀφοῦ ὀλίγα εἴπω, Πλάτ. Πρωτ. 344Β· ὡσαύτως, δ. περί τινος Ἰσοκρ. 54Α, 191C, Πλάτ. Πρωτ. 347Α· ὑπέρ τινος Πολύβ. 1. 13, 10· ὡσαύτως, δ. τι μετὰ φερσὶν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀφροδ. 277· πρὸς αὐτὸν Ἰσοκρ. 230C· δ. τίς πολιτεία… συμφέρει Ἀριστ. Πολ. 4. 12, 1. ΙΙ. ἀμετάβ., ἐπὶ χρόνου, παρέρχομαι, χρόνου οὐ πολλοῦ διελθόντος Ἡρόδ. 1. 8, πρβλ. 3. 152, Δημ. 670. 21, κτλ.· οὕτω, σπονδῶν διελθουσῶν Θουκ. 4. 115. - Πρβλ. διέξειμι.

French (Bailly abrégé)

f. δίειμι, ao.2 διῆλθον, etc.
I. tr. 1 aller à travers, traverser, acc., gén. ou διά et gén. ; fig. βάξις διῆλθ’ Ἀχαιούς SOPH un bruit se répandit parmi les Grecs ; abs. λόγος διῆλθε THC un bruit se répandit;
2 parcourir jusqu’au bout : ὁδόν HDT accomplir un voyage ; fig. παιδείαν XÉN recevoir une éducation complète ; parcourir tout au long, exposer en détail, acc. ; discourir : τι πρός τινα exposer longuement qch à qqn;
3 parcourir en gén. ; ἃ διῆλθον THC les événements (anciens) que je viens d’esquisser;
II. intr. passer, s’écouler en parl. du temps.
Étymologie: διά, ἔρχομαι.

English (Autenrieth)

fut. inf. διελεύσεσθαι, aor. διῆλθον: pass through, with acc. and with gen.

English (Slater)

διέρχομαι
   a pass through c. acc. φῶτας δ' δαμάσσαις διήρχετο κύκλον ὅσσᾳ βοᾷ (i. e. the circle of spectators) (O. 9.93)
   b pass through to c. acc. (ἀρετὰς) αἷσι Κλεωνυμίδαι θάλλοντες αἰεὶ σὺν θεῷ θνατὸν διέρχονται βιότου τέλος i. e. bring their lives to an end (I. 4.5)
   c go through met., relate in full ἄπορα γὰρ λόγον Αἰακοῦ παίδων τὸν ἅπαντά μοι διελθεῖν (N. 4.72)

Spanish (DGE)

• Morfología: [ép. aor. inf. διελθέμεν Il.24.716]
A tr.
I c. ac. local
1 atravesar, recorrer en sent. amplio μέγα ἄστυ Il.6.392, τὴν χώραν Pl.Mx.240b, λειμῶν' E.Hipp.77, διελθεῖν τὴν πολεμίαν recorrer el país enemigo Th.5.64, τὴν Θετταλίαν Plb.4.61.1, ἔργα los campos, Call.Lau.Pall.62, cf. Act.Ap.13.6.
2 en sent. lineal definido recorrer, completar τῆς ὁδοῦ τὸ πέμπτον μέρος Hdt.3.25, cf. Ar.Eq.621, Pax 826, οὐ πλέον πέντε καὶ εἴκοσι σταδίων X.An.3.3.11, διελθεῖν ... τὴν ἄπειρον ἀδύνατον Arist.Ph.265a19
geom., astr. τὴν περιφέρειαν δ. describir el arco Autol.Ort.2.15, cf. Sphaer.2.15, τὰς ... περιφερείας ... ὁ ἥλιος διελεύσεται Papp.536, (ὁ ἥλιος) διέρχεται τὸν πόλον Ach.Tat.Intr.Arat.18.
3 atravesar, trasponer, cruzar un paso o un obstáculo θύρας Lys.12.16, τὰ Καρδούχεια ὄρη X.An.4.1.3, la guardia Act.Ap.12.10.
II c. ac. de colect., pers. y abstr.
1 c. suj. de pers. caminar entre, pasar a través de, entre μέγα πῶϋ Il.3.198, κλισίας Il.13.144
fig. μυρίων τ' ἄλλων πόνων διῆλθον ἀγέλας E.HF 1276, μέγαν ὄλβον Theoc.25.111.
2 traspasar, sobrevenir c. ac. de pers. y suj. de sentimientos o pensamientos ἵμερος ... Ἡρακλῆ διῆλθε S.Tr.477, ἐμὲ διῆλθέ τι a mi me ha traspasado algún (dolor), E.Supp.288
fig. τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία Eu.Luc.2.35
abs. διέρχεται, διέρχεται (me) traspasa, (me) traspasa (el dolor), S.Ph.743
de la voz, noticias alcanzar, difundirse βάξις ... διήλθ' Ἀχαιούς S.Ai.999.
3 tramitar, prob. c. el sent. de interponer, entremeter μὴ συγχωρῆσαι ξένον διελθεῖν τὸ πρᾶγμα αὐτοῦ PMasp.69.15 (VI d.C.).
III c. ac. temp. pasar, cumplir οὐ γὰρ κοτ' εὔφρων ἡμέρην διέρχεται ἅπασαν pues no pasa alegre un día entero Semon.8.99, ἑπτὰ περιδρομὰς ἐτῶν E.Hel.776, διελθὼν ὡς βραχὺν χρόνον μονῆς dejando pasar poco tiempo de espera E.HF 957, cf. Plu.TG 11
en un concepto temp. de la vida βιότου τέλος Pi.I.3/4.23, τὸν βίον Pl.R.365b, cf. 367e
pasar vicisitudes, etapas vitales πολλὰς δ' ἀγγελίας πρὸ πόλεως κατὰ φῦλα διῆλθεν CEG 416.3 (Tasos VI a.C.), τὴν παιδείαν ταύτην X.Cyr.1.5.1.
IV ref. al intelecto y la palabra
1 repasar, tener en cuenta ὄφρα κε ... μετὰ φρεσὶ πάντα διέλθω h.Ven.276
prob. ref. a textos escritos repasar, recorrer con la vista, leer Pl.Tht.143a, Isoc.12.136, 252, γνώσει πάντα σαφῶς γράμμα διερχόμενος IMEG 22.2.6 (II/III d.C.).
2 referir, relatar τῷ λόγῳ ... διέρχῃ πάντα Epich.258, cf. Pl.Smp.195a
relatar, expresar λόγον Pi.N.4.72, χρησμόν A.Pr.874, ἃ διῆλθον Th.1.21, ὀλίγα διελθών Pl.Prt.344b, cf. Phdr.273a.
B intr.
I 1pasar por en medio, pasar entre de pers. εἴξατέ μοι οὐρεῦσι διελθέμεν dejadme pasar por entre las mulas, Il.24.716, cf. 10.492, οὐδ' ἂν διελθεῖν ἦν ἂν ἀπὸ τῶν τυμπάνων no se podría pasar por causa de los panderos Ar.Lys.3, cf. LXX Ge.15.17, Eu.Luc.4.30, ἐν οἷς διῆλθον κηρύσσων entre quienes pasé predicando, Act.Ap.20.25
de cosas y abstr. pasar, traspasar un estrechamiento o conducto, c. gen. κρυφαῖον ... οὐδὲν οὗ διέρχεται (cerrojo) por el que no pasa un secreto S.Fr.935
de substancias, líquidos, c. gen. de procedencia σφαγῶν διελθῶν ἰός el veneno que sale de las heridas (del Centauro), S.Tr.717
esp. medic. evacuar, excretar ἀπὸ κοιλίης καλῶς διῆλθε Hp.Epid.1.26.7, cf. 3.
2 pasar por, recorrer todo c. gen. μεγάροιο Od.6.304, cf. A.Supp.254, Ar.Th.1174, Arist.Pr.939a15, c. giro prep. διὰ τῆς νήσου Hdt.6.31, τὸ πνεῦμα ... διὰ τῶν πόρων Hp.Flat.8, cf. 7, Th.7.43, Arist.Pr.939a11, Act.Ap.9.32, εἰς τὰς γενεάς 1Ep.Clem.7.5
completar el recorrido hasta ἐπὶ τὸν κολωνόν Hdt.6.134, cf. LXX Ge.4.8
paród. ὅτι ... διέρχεται ἅπαντα διὰ τούτου, καλεῖται νῦν πόλος Ar.Au.181
fig. διῆλθον ὡς ὑπεσχόμην llegué al final como prometí Sol.24.17, ἐπὶ τὰς ὠφελιμωτάτας τῶν τεχνῶν Ph.1.46.
3 traspasar obstáculos, atravesar clavándose de lado a lado un arma, c. gen. πρὶν (βέλος) χροὸς ... διελθέμεν Il.20.100, ἔγχος ... Αἰνείαο Il.20.263, sin rég. ἀντικρὺ δὲ διῆλθε βέλος Il.23.876, cf. Od.19.453, de un rayo de luz o visual a través de un medio transparente o semitransparente οὐ διέρχεται, ἀλλὰ ἀνακλᾶται πρὸς τὴν αὐγήν Arist.Pr.932a37, cf. Alex.Aphr.in Sens.29.6.
II c. suj. que indican tiempo pasar, llegar a término χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διελθόντος Hdt.1.8, cf. 3.152, D.23.153, Plb.20.10.17, τοῦ διεληλυθ(ότος) ... (ἔτους) del año pasado, BGU 410.7 (II d.C.), τῷ διελθόντι μηνί el mes pasado, PMich.579.13 (II d.C.), ἑσπέρας τῇ διελθούσῃ ἡμέρᾳ ayer por la tarde, SB 9421.6 (III d.C.)
de actividades, procesos διελθουσῶν τῶν σπονδῶν finalizadas las treguas Th.4.115.
III ref. la palabra
1 disertar sobre, hablar, decir c. giro prep. περὶ τούτων Isoc.4.66, cf. Pl.Prt.347a, περὶ τῆς ληστείας Phld.Piet.p.87S., ὑπὲρ ... τοῦ πολέμου Plb.1.13.10, πρὸς αὐτόν Isoc.11.47, c. interr. τίς πολιτεία ... συμφέρει Arist.Pol.1296b14.
2 extenderse, difundirse διῆλθε ὁ λόγος Th.6.46, Pl.Ep.329c, X.An.1.4.7
extenderse hasta, alcanzar κληδὼν ... μηδ' Ἑλλάδος γῆς μηδαμοῦ διῆλθέ που S.Ph.256.

English (Strong)

from διά and ἔρχομαι; to traverse (literally): come, depart, go (about, abroad, everywhere, over, through, throughout), pass (by, over, through, throughout), pierce through, travel, walk through.

English (Thayer)

imperfect διηρχομην; future διελεύσομαι (Winer s Grammar, 86 (82); (cf. Buttmann, 58 (50))); 2nd aorist διῆλθον; perfect participle διεληλυθως (Homer down);
1. where διά has the force of through (Latin per; (cf. διά, C.)): "to go through, pass through (on its constructions cf. Winer s Grammar, § 52,4, 8);
a. διά τίνος, to go, walk, journey, pass through a place (German den Durchweg nehmen): R L Tr marginal reading WH marginal reading; st εἰσελθεῖν); L Tr marginal reading; διά μέσου αὐτῶν, through the midst of a crowd, (διά μέσου (L T Tr WH διά μέσον, see διά, B. I.) Σαμαρείας, ὑμῶν, i. e. διά τῆς χώρας ὑμῶν, ἀπελθεῖν); (διά πάντων namely, τῶν ἁγίων (see πᾶς, II:1), to travel the road which leads through a place, go, pass, travel through a region: τά σεβάσματα); τήν ψυχήν διελεύσεται ῤομφαία, penetrate, pierce, Homer, Iliad 20,263; 23,876).
c. absolutely: ἐκείνης namely, ὁδοῦ (δἰ before ἐκείνης in is spurious) ἤμελλε διέρχεσθαι, for he was to pass that way, διά makes reference to the intervening space to be passed through or gone over: ἐνθάδε, T WH Tr marginal reading; (εἰς τήν Ἀχαΐαν, εἰς τό πέραν to go, cross, over to the farther shore, ὁ θάνατος διῆλθεν εἰς πάντας ἀνθρώπους, passed through unto all men, so that no one could escape its power, ἕως τίνος, go even unto, etc. R G (Winer's Grammar, 609 (566)).
2. where διά answers to the Latin dis (cf. διά, C.); to go to different places (διελθόντες ἀπό τῆς Πέργης having departed from Perga namely, to various places, διελθονες of passing through the extent of country); ἐν οἷς διῆλθον, among whom, i. e. whose country I went about, or visited different places, διήρχοντο κατά τάς κώμας, they went about in various directions from one village to another, to spread, go abroad: διέρχεται ὁ λόγος, Thucydides 6,46; Xenophon, an. 1,4, 7. (Synonym: see ἔρχομαι.)

Greek Monolingual

(AM διέρχομαι) έρχομαι
1. περνώ ανάμεσα
2. (αμτβ.) (για χρόνο) περνώ
3. (για σωματικά και ψυχικά πάθη) υποφέρω, περνώ
νεοελλ.
1. (με ουσ. που δηλώνει χρόνο) κάνω κάτι στη διάρκεια του χρόνου που δηλώνει το ουσιαστικό («διέρχεται τον καιρό του παίζοντας χαρτιά»)
2. (για ποινή) επιβάλλομαι («πικρὰ παρὰ τῶν Ρωμαίων εἰς αὐτὸν διέλθη ποινή», Δούκας).
μσν.
προσχωρώ σε κάτι, συμφωνώ
αρχ.
1. διαπερνώ απ' άκρη σ' άκρη, συμπληρώνω, ολοκληρώνω
2. (για φήμη) (στο γ' πρόσ.) διαδίδομαι, εξαπλώνομαι
3. (για πόνο) διαπερνώ
4. φθάνω κάπου
5. διηγούμαι με λεπτομέρειες
6. επεμβαίνω, ανακατώνομαι
7. προχωρώ, προβαίνω («εἰς σύμβασιν διελθεῑν»)
8. διατρυπώ, διασχίζω
9. φρ. α) «ἐμὲ διὲρχεταί τι» — μού 'ρχεται στο μυαλό
β) «διέρχομαι τὸν βίον» — περνώ τη ζωή.

Greek Monotonic

διέρχομαι: μέλ. διελεύσομαι (αλλά το δίειμι χρησιμ. ως Αττ. μέλ. και το διῄειν ως παρατ.), αόρ. βʹ διῆλθον, αποθ.:
I. 1. διέρχομαι, διαπερνώ, περνώ ανάμεσα, απόλ. ή με γεν., σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ.· με αιτ. επίσης, σε Ομήρ. Ιλ., Θουκ. κ.λπ.
2. συμπληρώνω, ολοκληρώνω, τελειώνω, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.
3. λέγεται για φήμη, βάξις διῆλθ' Ἀχαιούς, σε Σοφ.· απόλ., λόγος διῆλθε, διαδόθηκε, εξαπλώθηκε, σε Θουκ., Ξεν.
4. λέγεται για πόνο, διαπερνώ κάποιον, σε Σοφ.· λέγεται και για το πάθος, στον ίδ.· ἐμὲ διῆλθέ τι, μια σκέψη πέρασε απ' το νου μου, σε Ευρ.
5. αναλύω διεξοδικά, διηγούμαι με λεπτομέρεια, σε Αισχύλ., Θουκ.
II. αμτβ., λέγεται για χρόνο, παρέρχομαι, περνώ, διαβαίνω, σε Ηρόδ., Δημ.· ομοίως, σπονδῶν διελθουσῶν, σε Θουκ.· αλλά, διελθὼν ἐς βραχὺν χρόνον, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

διέρχομαι: (fut. διελεύσομαι, aor. 2 διῆλθον)
1) идти сквозь, проходить (ἄστυ, но μεγάροιο Hom.; πύλας Eur.; χώραν Thuc., Plat.; τὰ ὄρη Xen.; διὰ νήσου Her.);
2) пронзать (χροός Hom.);
3) перен. проникать вглубь, волновать (κἀμὲ διῆλθέ τι Eur.): διέρχεται! Soph. больно!;
4) расходиться, распространяться (βάξις διῆλθ᾽ Ἀχαιούς Soph.; διῆλθεν ὁ λόγος ὅτι … Thuc.; θροῦς διῆλθεν ἐν τῷ στρατοπέδῳ Plut.);
5) проходить (до конца) (ὁδόν Her.): διελθόντες τρεῖς σταθμούς Xen. совершив три перехода; διελθεῖν τὴν παιδείαν Xen. закончить свое образование;
6) (о времени, жизни и т. п. - преимущ. в aor.) провести, прожить (ἑπτὰ περιδρομὰς ἐτῶν Eur.; δικαίως τὸν βίον Plat. - ср. 8; ἄνευ πολέμου τὸν χρόνον Plut.);
7) (о времени) проходить, протекать: χρόνου οὐ πολλοῦ διελθόντος Her. спустя немного времени; ἅπαςχρόνος διελήλυθεν Dem. (на это) ушло все время; διῆλθε τῷ Μαρίῳ ὁ τῆς ὑπατείας χρόνος Plut. время консульства Мария истекло;
8) (в речи) пробегать, перечислять, перебирать, излагать, рассказывать (τι Pind., Thuc., Plat., Dem.; περί τινος Plat. и ὑπέρ τινος Polyb., Plut.): ἐπεὶ τὸν τούτου διεληλύθαμεν βίον Plut. после того, как мы описали его жизнь (ср. 6).

Middle Liddell

fut. διελεύσομαι but attic fut. δίειμι attic imperf. διῄειν aor2 διῆλθον [fut. διελεύσομαι, but δίειμι is attic fut.,διῄειν imperf.]
I. Dep. to go through, pass through, absol. or c. gen., Il., Soph.:—c. acc., also, Il., Thuc., etc.
2. to pass through, complete, Hdt., Plat., etc.
3. of reports, βάξις διῆλθ' Ἀχαιούς Soph.; absol., λόγος διῆλθε went abroad, spread, Thuc., Xen.
4. of pain, to shoot through one, Soph.; of passion, Soph.; ἐμὲ διῆλθέ τι a thought shot through me, Eur.
5. to go through in detail, tell all through, Aesch., Thuc.
II. intr. of Time, to pass, elapse, Hdt., Dem.; so, σπονδῶν διελθουσῶν Thuc.; but, διελθὼν ἐς βραχὺν χρόνον having waited, Eur.

Chinese

原文音譯:dišrcomai 笛-誒而何買
詞類次數:動詞(42)
原文字根:經過-來 相當於: (עָבַר‎)
字義溯源:走過,來,去,走,進,穿,往,臨,經,過,渡,來往,經過,走遍,刺透,遊行,周遊,周流;由(διά)*=通過)與(ἔρχομαι)*=來)組成
同源字:1) (διέρχομαι)走過,來 2) (ἔρχομαι)來參讀 (διαπορεύομαι)同義字
出現次數:總共(42);太(2);可(2);路(10);約(2);徒(20);羅(1);林前(3);林後(1);來(1)
譯字彙編
1) 經過(8) 路19:1; 路19:4; 徒13:6; 徒18:23; 徒19:1; 林前10:1; 林後1:16; 來4:14;
2) 經(2) 約4:4; 徒13:14;
3) 他們⋯經過(2) 徒14:24; 徒16:6;
4) 周遊(2) 徒9:32; 徒10:38;
5) 走遍了(1) 徒20:2;
6) 臨(1) 羅5:12;
7) 經過了(1) 徒19:21;
8) 往(1) 徒18:27;
9) 他們經過(1) 徒15:3;
10) 我遊行時(1) 徒17:23;
11) 我正要經過(1) 林前16:5;
12) 我經過了(1) 林前16:5;
13) 他⋯走遍(1) 徒15:41;
14) 我曾⋯來往(1) 徒20:25;
15) 進(1) 太19:24;
16) 我們⋯去(1) 路2:15;
17) 我們渡⋯去罷(1) 可4:35;
18) 他們過了(1) 徒12:10;
19) 走遍各地(1) 徒11:19;
20) 牠走(1) 路11:24;
21) 過(1) 路17:11;
22) 走(1) 路9:6;
23) 我們可以渡(1) 路8:22;
24) 傳揚出去(1) 路5:15;
25) 刺透(1) 路2:35;
26) 穿(1) 可10:25;
27) 他行(1) 太12:43;
28) 這裏來(1) 徒9:38;
29) 走遍(1) 徒8:40;
30) 往各處去(1) 徒8:4;
31) 來到(1) 約4:15;
32) 行(1) 路4:30