Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θέληση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM θέλησις) θέλω
η βούληση προς επιδίωξη και επίτευξη ορισμένου σκοπού (α. «αυτό το παιδί έχει θέληση, θα προκόψει» β. «τῇ θελήσει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἦλθον», ΠΔ)
νεοελλ.
1. δύναμη του χαρακτήρα («άνθρωπος χωρίς θέληση»)
2. διάθεση («με λίγη καλή θέληση όλα διορθώνονται»)
3. φρ. α) «καλή θέληση» — εύνοια
θ) «κακή θέληση» — δυσμένεια
νεοελλ.-μσν.
1. επιθυμία, αξίωση («το έκαμε παρά τη θέλησή του»)
2. συγκατάθεση, συναίνεση
μσν.
φρ. «είμαι στη θέληση κάποιου» — βρίσκομαι στη διάθεση κάποιου, είμαι στις προσταγές του
αρχ.
εύνοια, ευμένεια.