Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρμονικός

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἁρμονικός, -ή, -όν) αρμονία
νεοελλ.
1. ο κανονικός, αυτός που έχει σωστές αναλογίες
2. ο χωρίς παραφωνίες, αυτός που γίνεται με ομόνοια και κατανόηση («αρμονική συμβίωση, συνύπαρξη»)
αρχ.
1. ο μουσικός, ο σύμφωνος με τους νόμους της μουσικής
2. εκείνος που φέρνει αρμονία.