Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μουσικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: μουσῐκός Medium diacritics: μουσικός Low diacritics: μουσικός Capitals: ΜΟΥΣΙΚΟΣ
Transliteration A: mousikós Transliteration B: mousikos Transliteration C: mousikos Beta Code: mousiko/s

English (LSJ)

ή, όν, Dor. μωσικός, ά, όν Theag. ap. Stob.3.1.118:—

   A musical, ἀγῶνες μ. καὶ γυμνικοί Ar.Pl.1163, cf. Th.3.104; χοροί τε καὶ ἀγῶνες μ. Pl.Lg.828c; τὰ μουσικά music, X.Cyr.1.6.38, Sammelb. 6319.54 (Ptol.), SIG578.18 (Teos, ii B. C.). Adv. -κῶς Pl.Alc.1.108d, etc.; cf. foreg.    II of persons, skilled in music, musical, X.l.c., etc.; ποιητικοὶ καὶ μ. ἄνδρες Pl.Lg.802b; κύκνος καὶ ἄλλα ζῷα μ. Id.R.620a; περὶ αὐλοὺς -ώτατοι Ath.4.176e; lyric poet, opp. epic, Pl.Phdr.243a (but opp. μελοποιός, Phld.Mus.p.96 K.); μ., οἱ, professional musicians, OGI383.162 (Commagene, i B. C.), PFlor.74.6 (ii A. D.); μουσικὸς καὶ μελῶν ποητής SIG662.6 (Delos, ii B. C.).    2 generally, votary of the Muses, man of letters and accomplishments, scholar, opp. ἀμαθής, Ar.Eq.191; ἀνὴρ σοφὸς καὶ μ. Id.V.1244; ἀνδρὸς φιλοσόφου ἢ φιλοκάλου ἢ μ. Pl.Phdr.248d, al.; πόλις -ωτάτη most full of liberal arts, Isoc.Ep.8.4; ἡ τῶν νέων οὐσία μουσικωτάτη Pl.Lg.729a: c. inf., παρ' ὄχλῳ -ώτεροι λέγειν more accomplished in speaking before a mob, E.Hipp.989.    III of things, elegant, delicate, βρώματα Diox.1; ἥδιον οὐδέν, οὐδὲ -ώτερον Philem.23; harmonious, fitting, τροφὴ μέση καὶ μ., τὸν Δώριον τρόπον τῆς τύχης ὡς ἀληθῶς ἡρμοσμένη Dam.Isid.50. Adv. -κῶς harmoniously, suitably, οἱ λόγοι οὐ πάνυ μ. λέγονται Pl.Prt.333a; μ. ἐρᾶν Id.R.403a; ὀρθῶς καὶ μ. Id.Lg.816b; εὐρύθμως καὶ μ. εἰπεῖν Isoc.13.16; μ. ἅλας δοῦναι, ὄψον σκευάσαι, Euphro 11.10, Nicom.Com.1.9: Comp. -ωτέρως, λέγειν Arist.Rh.1395b29: Sup. -ώτατα Ar.Ra.873.

German (Pape)

[Seite 211] die Musen, Musenkünste betreffend, ἡ μουσική, die Musenkunst, bes. die Tonkunst, Musik; μουσικᾶς ἐν ἀώτῳ, Pind. Ol. 1, 15; μουσικῆς παιδεύματα, Soph. frg. 779; Eur. Suppl. 906; Gesang, Her. 6, 129; oft bei Plat., der auch sagt ὡς φιλοσοφίας οὔσης μεγίστης μουσικῆς, Phaed. 61 a; vgl. μουσικῇ καὶ πάσῃ φιλοσοφίᾳ προσχρώμενον, Tim. 88 c; μουσικῆς τὸ περὶ λόγους τε καὶ μύθους, Rep. III, 398 b; Sp. übh. jede höhere künstlerische od. wissenschaftliche Bildung, vgl. Iac. Ach. Tat. p. 437; παρ' ὄχλῳ μουσικώτεροι λέγειν, Eur. Hipp. 989; μουσικὸς ἀνήρ, der sich auf Musenkünste versteht, Tonkünstler u. Dichter, Ar. Equ. 191, wie Plat. Rep. I, 349 e u. öfter; ἀγών, Ar. Plut. 1163 (vgl. θέας μουσικὰς καὶ θυμελικὰς ἄγειν, Plut. Fab. 4), der auch ἀγῶνα κρῖναι τόνδε μουσικώτατα sagt, Ran. 872, auf eine sehr kunstverständige Weise; Plat. setzt den Lyriker Stesichorus, ἅτε μουσικὸς ὤν, dem Epiker Homer entgegen, Phaedr. 243 a. Ggstz von ἄμουσος, Soph. 253 b, von γραφικός, Crat. 424 a; καὶ ποιητικοὶ ἄνδρες, Legg. VII, 802 b; er vrbdt auch ἡ τῶν νέων ἀκολάκευτος οὐσία πάντων μουσικωτάτη τε καὶ ἀρίστη, die harmonischste, angemessenste, V, 729 a, vgl. ὀρθῶς ἅμα καὶ μουσικῶς ὠνόμασεν, VII, 816 c; καὶ σωφρόνως ἐρᾶν, Rep. III, 403 a; ἅλας δοὺς μουσικῶς, Euphro Ath. I, 7 e; auch ὄρνεα μουσικά, Luc. V. H. 2, 5; μουσικὰ βρώματα, Dioxip. Ath. III, 100 e.

Greek (Liddell-Scott)

μουσῐκός: -ή, -όν, Δωρ. μωσικός, ά, όν, Θεαγ. Πυθ. παρὰ Στοβ. σ. 11. 42: - ὡς καὶ νῦν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς μουσικήν, μουσικός, περὶ μουσικῆς, ἀγῶνες μ. καὶ γυμνικοὶ Ἀριστοφ. Πλ. 1163, πρβλ. Θουκ. 3. 104· χοροί τε καὶ ἀγῶνες Πλάτ. Νόμ. 828C· τὰ μουσικά, μουσική, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 38· - Ἐπίρρ. -κῶς, Πλάτ. Ἀλκ. 1. 108D· - ἴδε ἐν λ. μουσική. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἔμπειρος εἰς μουσικήν, μουσικός, ἀντίθετ. τῷ ἄμουσος, Ξεν. ἔνθ’ ἀνωτ., κτλ.· ποιητικοὶ καὶ μ. ἄνδρες Πλάτ. Νόμ. 802Β· κύκνος καὶ ἄλλα ζῷα μ. ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 620Α· περὶ αὐλοὺς μουσικώτατοι Ἀθήν. 176Ε· -λυρικὸς ποιητὴς κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς Ἐπικόν, Πλάτ. Φαῖδρ. 243Α. 2) καθόλου, ἔμπειρος τῶν καλῶν τεχνῶν ἤ τινος αὐτῶν, λάτρις τῶν Μουσῶν, ἄνθρωπος ἐγγράμματος, πεπαιδευμένος, ἀντίθετ. τῷ ἀμαθής, Ἀριστοφ. Ἱππ. 191· ἀνὴρ σοφὸς καὶ μ. ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 1244· ἀνδρὸς φιλοσόφου ἢ φιλοκάλου ἢ μ. Πλάτ. Φαίδρ. 248D· καὶ συχν. παρὰ Πλάτ.· μουσικωτάτη πόλις, πληρεστάτη τῶν ἐλευθέρων τεχνῶν, Ἰσοκρ. 425Α· - μετ’ ἀπαρ., παρ’ ὄχλῳ μουσικώτεροι λέγειν, ἱκανώτεροι εἰς τὸ νὰ ἀγορεύωσιν ἐνώπιον ὄχλου, Εὐρ. Ἱππ. 989, πρβλ. Ἀριστ. Ρητ. 2. 22, 3. - Ἡ κυρία σημασία καὶ αἱ παράγωγοι συχνάκις συμπλέκονται πρὸς ἀλλήλας ἴδε Πλάτ. ἔνθ’ ἀνωτ. - Ἐκ τῆς τελευταίας σημασίας, ΙΙΙ. ἐφηρμόσθη καὶ εἰς πράγματα, ἔξοχος, ὡραῖος, εὐχάριστος, οἵων δ’ ἐπιθυμεῖ βρωμάτων, ὡς μουσικῶν, ἤνυστρα, μήτρας, χόλικας Διώξιππος ἐν «Ἀντιπορνοβοσκῷ» 1· ἥδιον οὐδέν, οὐδὲ μουσικώτερον ἔστ’ ἢ δύνασθαι λοιδορούμενον φέρειν Φιλήμων ἐν «Ἐπιδικαζομένῳ» 1· - ἁρμόζων, ἁρμόδιος, εὐάρμοστος, πρόσφορος, κατάλληλος, Πλάτ. Νόμ. 729C. - Ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς μουσικῆς, ἐντέχνως, ἐπιτηδείως, ἁρμοδίως, κομψῶς, χαριέντως, φιλοκάλως, οὐ πάνυ μ. λέγεσθαι ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 333Α· μ. ἐρᾶν ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 403Α· ὀρθῶς καὶ μ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 816C· εὐρύθμως καὶ μ. εἰπεῖν Ἰσοκρ. 294D· ὑπερθετ. μουσικώτατα, Ἀριστοφ. Βάτρ. 873.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
A. adj. I. qui concerne les Muses, et p. suite, la poésie ou les arts, particul. la musique ; θέαι μουσικαί PLUT auditions musicales;
II. qui cultive la musique, musicien, chanteur;
III. p. suite
1 instruit ; habile à, inf.;
2 délicat en parl. d’aliments;
B. subst. I. ἡ μουσική (τέχνη ou ἐπιστήμη);
1 la musique;
2 instruction en gén.
II. τὰ μουσικά, la musique;
Cp. μουσικώτερος, Sp. μουσικώτατος.
Étymologie: μοῦσα.

English (Strong)

from Mousa (a Muse); "musical", i.e. (as noun) a minstrel: musician.

English (Thayer)

μουσική, μουσικον (Μοῦσα (music, eloquence, etc.)); frequent in Greek writings; properly, devoted to and skilled in the arts sacred to the muses; accomplished in the liberal arts; specifically, skilled in music; playing on musical instruments; so R. V. minstrels).

Greek Monolingual

-ή, -ό, θηλ. και -ος μόνο ως ουσ. (ΑΜ μουσικός, -ή, -όν, Α δωρ. τ. μωσικός, -ά, -όν) [[[μούσα]] (Ι)]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μουσική τέχνη (α. «μουσική σύνθεση» β. «θέατρα ποιητῶν καὶ κύκλιοι χοροὶ καὶ μουσικὰ ἀκούσματα», Πλάτ.)
2. αυτός που έχει κλίση στη μουσική, προικισμένος με έμφυτη μουσικότητα
νεοελλ.
1. το θηλ. ως ουσ. η μουσικός
γυναίκα που έχει ως επάγγελμα την τέχνη της μουσικής
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μουσικά
το μάθημα της μουσικής
νεοελλ.-μσν.
1. ευχάριστος στην ακοή, μελωδικός, αρμονικός («και πλέωσι γέμοντα έρωτος και φωνών μουσικών θαλάσσια ξύλα», Κάλβ.)
2. αυτός που παράγει μουσική («μουσικό όργανο»).
3. το αρσ. ως ουσ. ο μουσικός
ο γνώστης της μουσικής, συνθέτης, καθηγητής ή εκτελεστής μουσικής
μσν.-αρχ.
αοιδός
αρχ.
1. (για πρόσ.) αυτός που έχει πνευματική καλλιέργεια, αυτός που έχει επίδοση στις καλές τέχνες και στα γράμματα, σε αντιδιαστολή προς τον αμαθή
2. ευπρεπής, σεμνός
3. (για πράγματα ή καταστάσεις) πρόσφορος, κατάλληλος, αρμόδιος
4. ευάρεστος, ευχάριστος
5. το αρσ. ως ουσ. λυρικός ποιητής, σε αντιδιαστολή προς τον επικό
6.) (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) η μουσική.
επίρρ...
μουσικώς και -ά (ΑΜ μουσικῶς)
1. από μουσική άποψη
2. κατά τους κανόνες της μουσικής, αρμονικά, μελωδικά
νεοελλ.
με μουσικό τρόπο
αρχ.
με ευπρέπεια («ὁ ὀρθὸς ἔρως πέφυκε... σωφρόνως τε καὶ μουσικῶς ἐρᾱν», Πλάτ.).

Greek Monotonic

μουσῐκός: -ή, -όν, Δωρ. μωσικός, -ά, -όν,
I. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μουσική τέχνη, μουσικός, σε Αριστοφ., Θουκ. κ.λπ.· τὰ μουσικά, η μουσική, σε Ξεν.· βλ. μουσική·
II. 1. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που έχει κλίση στη μουσική, επαγγελματίας μουσικός, σε Ξεν., Πλάτ.
2. γενικά, ακόλουθος, θιασώτης των Μουσών, άνθρωπος των γραμμάτων και της γνώσης, λόγιος, σε Αριστοφ., Πλάτ.· με απαρ., μουσικώτεροι λέγειν, πιο προικισμένος στο λόγο, στην ομιλία, σε Ευρ.
III. επίρρ. -κῶς, αρμονικά, ταιριαστά, σε Πλάτ.· υπερθ. μουσικώτατα, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

μουσικός:
1) сопровождаемый игрой на музыкальном инструменте или пением, музыкальный (χοροί τε καὶ ἀγῶνες Plat.; θεαί Plut.);
2) просвещенный в мусических (изящных) искусствах, сведущий в музыке и в поэзии (ἀνήρ Arph.);
3) музыкально одаренный (κύκνος καὶ ἄλλα ζῷα Plat.);
4) обученный, опытный, искусный, ученый (παρ᾽ ὄχλῳ μ. λέγειν Eur.);
5) целесообразный, подходящий (ἡ οὐσία Plat.);
6) перен. тонкий, утонченный (δεῖπνον Plut.).
II ὁ музыкант (κιθαρῳδοὶ καὶ μουσικοί NT).

Middle Liddell

μουσῐκός, ή, όν
I. of or for music, musical, Ar., Thuc., etc.; τὰ μουσικά music, Xen.; v. μουσική.
II. of persons, skilled in music, musical, Xen., Plat.
2. generally, a votary of the Muses, a man of letters and accomplishment, a scholar, Ar., Plat.:—c. inf., μουσικώτεροι λέγειν more accomplished in speaking, Eur.
III. adv. -κῶς, harmoniously, suitably, Plat.: Sup. μουσικώτατα Ar.

Chinese

原文音譯:mousikÒj 模西可士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:娛樂 相當於: (זְמָר‎) (כִּנּׄור‎) (סַבְּכָא‎ / שַׂבְּכָא‎) (שִׁיר‎ / שִׁירָה‎)
字義溯源:音樂的,音樂師,作樂的;源自(ἐγώ)X*=娛樂)
出現次數:總共(1);啓(1)
譯字彙編
1) 作樂的(1) 啓18:22