Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποβολή

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM ἀποβολή) αποβάλλω
1. αποπομπή, απόρριψη
2. (Γραμμ.) η φωνολογική διαδικασία της πλήρους σίγησης φωνήματος μέσα στη λέξη
νεοελλ.
1. ποινή κατά την οποία μαθητής υποχρεώνεται να βγει από την τάξη ή άλλο άτομο από αίθουσα συνέλευσης κ.λπ.
2. Ιατρ. διακοπή της κυοφορίας πριν το έμβρυο γίνει βιώσιμο, δηλαδή ικανό να επιζήσει έξω από το μητρικό σώμα
3. το έμβρυο που έχει αποβληθεί
4. μικρόσωμος και καχεκτικός
αρχ.-μσν.
η απώλεια
αρχ.
το να πετάξει κάποιος τα όπλα του.