Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βίγλα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (Μ βίγλα)
1. σκοπιά
2. φρουρά
νεοελλ.
1. σκοπός, φρουρός
2. ενέδρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. vigilia «φυλακή» ή από το ρ. viglare < vigilare «αγρυπνώ»].