Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βιόλα

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

(I)
η (Μ βιόλα)
1. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που περιλαμβάνει τις βιολέτες και τους πανσέδες
2. κοινή ονομασία διαφόρων καλλωπιστικών φυτών: α) η απλή ή διπλή βιολέτα
β) το ίον, το γιούλι, ο μενεξές
γ) η γαριφαλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. viola < λατ.
viola].
(II)
η
1. έγχορδο της οικογένειας των βιολιών, το οποίο είναι μεγαλύτερο από το βιολί κατά το ένα έβδομο του μεγέθους του και κουρδίζεται μία πέμπτη χαμηλότερα
2. παλαιότερη ονομασία για όλα τα έγχορδα με δοξάρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. viola].