Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γιγγλυμοειδής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: γιγγλῠμοειδής Medium diacritics: γιγγλυμοειδής Low diacritics: γιγγλυμοειδής Capitals: ΓΙΓΓΛΥΜΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: ginglymoeidḗs Transliteration B: ginglymoeidēs Transliteration C: gigglymoeidis Beta Code: gigglumoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A like a hinge, τοῦ βραχίονος τὸ γ. Hp.Fract.2, Gal.2.735. Adv. -δῶς Gal.18(1).513.

Greek (Liddell-Scott)

γιγγλῠμοειδής: -ές, ὅμοιος πρὸς γίγγλυμον, Ἱππ. Ἀγμ. 751. - Ἐπίρρ. -δῶς Γαλην.

Spanish (DGE)

-ές
medic.
1 semejante a un gozne τοῦ ... βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδές la articulación del codo Hp.Fract.2, cf. Gal.2.735.
2 adv. -ῶς a la manera de goznes γ. ... τοὺς σφονδύλους συγκεῖσθαι las vértebras están dispuestas como goznes Gal.18(1).513, τὸ γ. ἀλλήλοις συμβάλλειν Gal.2.735.

Greek Monolingual

γιγγλυμοειδής, -ές (Α)
όμοιος με γίγγλυμο.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γιγγλυμοειδής -ές γίγγλυμος, εἶδος op een scharnier lijkend. Hp. Fract. 2.