Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὕτως

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: οὕτως Medium diacritics: οὕτως Low diacritics: ούτως Capitals: ΟΥΤΩΣ
Transliteration A: hoútōs Transliteration B: houtōs Transliteration C: oytos Beta Code: ou(/tws

English (LSJ)

and before a consonant οὕτω (but sts. οὕτως before a consonant, Ar.Av.63, Pl.Grg.522c, D.23.34, PPetr.2p.20 (iii B. C.), PTeb. 124.18 (ii B. C.), etc., and οὕτω before a vowel is found in Ep. Poets and Ion. Prose, v. fin.); in Att. strengthd.

   A οὑτωσί Pl.Grg.503d, etc.; οὑτωσίν Hdn.Gr.1.509.2; v. οὗτος Α:—Adv. of οὗτος, in this way or manner, so, thus: οὕτως is antec. to ὡς, Il.4.178, Od.4.148, etc.; in Att. also οὕτως ὥσπερ S.Tr.475, etc.; ὥσπερ... οὕτω καὶX.Cyr.1.4.21; ὡσαύτως, ὥσπερ... οὕτω καὶPl.Ion534a; also οὕτως, ὅπωςS.Tr.330, X.Cyr.1.1.2; poet. also ὥστε... οὕτω δὲS.Tr.116 (lyr.): οὕτως is freq. left out after ὡς, ὡς ἔδοξεν αὐτοῖς, καὶ ἐποίουν ταῦτα Th. 8.1, cf. Theoc.7.45 sq.—In Prose, the relat. Pron. freq. follows instead of ὥστε, v. infr. III: when two modes are opposed, they are freq. expressed by οὕτω and ἐκείνως, τότε μὲν ἐκείνως, νῦν δ' οὕτω Isoc. 12.172; οὕτω ῥᾷον ἢ 'κείνως Pl.R.370a, etc.—Sts. οὕτω or -ως refers to what follows, thus, as follows, οὕτω χρὴ ποιεῖν: ἐὰνX.An.2.2.2; οὑτωσὶ δὲ λογίζεσθε D.18.244; οὕτω πως ὑπείληφα ib.269; οὑτωσί πως folld. by a quotation, Pl.Ap.28c; καὶ οὕτως even so, even on this supposition, Th.1.10; οὐδ' οὕτως Id.2.76, 6.89, Lys.1.14, v.l. in X.An.4.8.3: strengthd. οὕτω δή Il.2.158; οὕτω γὰρ δή τοι 15.201; οὕτω δή τι, v. infr. III; also οὕτω που so I ween, 2.116, Od.9.262, etc.; οὕτω πῃ Il.24.373; ὣς ὁ μὲν οὕτως ἐστὶ σόος so in this way is he saved, Od.19.300:—Phrases:    1 οὕτω δὴ ἔσται so it shall be, ratifying what goes before, 11.348; ἔσσεται οὕτως 16.31, etc.: in Prose οὕτως alone in answers, even so, just so, X.Oec.1.9; so ἢ οὐχ οὕτως;—οὕτω μὲν οὖν Pl.R.551b, etc.    2 emphat. with the imper., just, without more ado, ἔρρ' οὕτως Il.22.498, cf. 21.184, Od. 6.218, 17.447; but, οὕτω νῦν ἀπόπεμπε as you say, 5.146.    3 in wishes or prayers, so, i.e. if you grant my prayer, οὕτως ἔρως σοι… τελεσφόρος γένοιτο E.Med.714; οὕτω τί σοι δοίησαν αἱ Μοῦσαι… τοῦτον… δεῖρον Herod.3.1; also in protestations, so, i.e. only if what I say is true, οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων, μισῶ τὸν ἄνδρ' (as in Engl., so help me God, so mote I thrive, etc.) Ar.Th.469, cf. Men.Epit.530, Herod.7. 25, Aristaenet.2.13; οὕτω… νομιζοίμην σοφός, ὡςAr.Nu.520.    4 in colloquial phrase, beginning a story, οὕτω ποτ' ἦν μῦς καὶ γαλῆ there were once on a time... Id.V.1182; οὕτως ἦν νεανίσκος Id.Lys. 785; ἦν οὕτω δὴ παῖς Pl.Phdr.237b.    5 οὕτω with gen., τούτων μὲν οὕτω so much for this, A.Ag.950; οὕτω καὶ τῶν οἰκονομικῶν (v.l. τῷ -κῷ) so also of... Arist.Pol.1253b27; ὥσπερ Χαλκὶς… τῆς Εὐβοίας… κεῖται, οὕτω Χερρονήσου… ἡ Καρδιανῶν πόλις as Chalcis in respect of Euboea... so Cardia in respect of the Chersonese, D.23.182; so οὕτως ἔχω τινός or περί τινος, v. ἔχω (A) B. II. 2; also for εἰς τοῦτο, οὕτω δὲ τάρβους… ἀφικόμην E.Ph.361 codd. (dub. l.).    6 ὁ οὕτω καλούμενος, ὀνομαζόμενος, the so-called... τῶν Ῥιπαίων οὕτω καλουμένων Ael.NA11.1; τοῦ καὶ ὀνομασθέντος οὕτω ῥήτορος Hermog.Id.2.11; Ποταμὸς δῆμος οὕτω καλούμενος P., a deme of that name, Str.9.1.22.    7 οὕτω, or οὕτω δή, freq. introduces the apodosis after a protasis, ἐπειδὴ περιελήλυθε ὁ πόλεμος... οὕτω δὴ Γέλωνος μνῆστις γέγονε Hdt.7.158, cf. 150, Th.1.131, 2.12,19, etc.; esp. after parts., ἐν κλιβάνῳ πνίξαντες, οὕτω τρώγουσι, i.e. ἐπειδὰν πνίξωσιν, οὕτω... Hdt. 2.92, cf. 100; also οὕτω δή Id.7.174; τὰ ἄλλα καταστρεψάμενος, οὕτως… στρατεῦσαι ὕστερον Th.3.96; εἰς τὰ σκληρότατα ἀποβλέποντες, οὕτως ἂν μᾶλλον συννοήσαιμεν Pl.Phlb.44e, cf. Grg.457d, 507e, Ap.29b; so ἔπειτα οὕτως X.An.7.1.4: so also after the gen. abs., ὡς… τῶν ἡγεμόνων ὑμῖν μὴ μεμπτῶν γεγενημένων, οὕτω τὴν γνώμην ἔχετε Th.7.15, cf. X.Cyr.1.6.11, An.1.3.6, etc.    II sts. in a really inferential sense, as we say so for therefore, S.Ant.677; οὕτω δή Pl.Phd.61b, etc.    III to such an extent, so, so much, so very, so excessively, καλὸς οὕτω Il.3.169; πρυμνόθεν οὕτως so entirely, A.Th.1061 (anap.), cf. Th. 2.47, X.Cyr.1.3.8; οὕτως τι Ar.Av.63: freq. folld. by ὡς or ὥστε, Hdt.1.32, X.An.7.4.3, etc.: sts. the relat. ὅς takes the place of ὥστε, κρήνη οὕτω δή τι ἐοῦσα πικρή, ἣ… κιρνᾷ (i. e. ὥστε κιρνᾶν) Hdt.4.52; οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ S.Ant.220; τίς δ' οὕτως ἄνους ὃς; Ar. Ach.736, cf. D.8.44; also δυσχείμερος αὕτη ἡ… χώρη οὕτω δή τί ἐστι, ἔνθα (i. e. ὥστε ἐνταῦθα) τοὺς μὲν ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἀφόρητος οἷος γίνεται κρυμός Hdt.4.28: sts. no connecting Particle is used, αἱ [κεφαλαὶ] οὕτω δή τι ἰσχυραί, μόγις ἂν λίθῳ παίσας διαρρήξειας so excessively hard, you could scarcely break them, Id.3.12.    2 with Sup. Adj., τῆς οὕτω μεγίστης ἐγχειρήσεως ἀποσφαλείς Zos.5.19.    IV sts., like αὔτως, with a diminishing power, so, merely so, simply, in Hom. always μὰψ οὕτω, Il.2.120 (for without μάψ he always uses αὔτως), cf. Hdt.1.5; μὴ διὰ μέθης… ἀλλ' οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν Pl.Smp.176e, cf. Grg.494e, Phdr.235c, Tht.147c, 158b, Thphr.Od.67, etc.; ἐν συνουσίᾳ καὶ διατριβῇ οὕτως ἰδίᾳ D.21.71, cf. 1.20; τοὺς ὀδόντας… οὕτως ἂν τοῖς δακτύλοις αὐτοῖς… παρατρίβειν, i.e. without a dentifrice, Diocl. Fr.141; so οὕτω γε ἀπὸ στόματος Pl.Tht.142d; οὕτω ποτέ Id.Ly. 216c; οὕτω πως D.1.20; also, off-hand, at once, Pl.Grg.464b, etc.; ἁπλῶς οὕτως Id.Lg.633c; ἀλλ' οὕτως ἄπει ; so, without a word more… ? S.Ph.1067; ἢ στραφεὶς οὕτως ἴω ; Id.Ant.315, cf. E.Heracl.374 (lyr.); ἐφεξῆς οὑτωσὶ καθεζόμενος D.21.119; ὡς οὕτω γ' ἀκοῦσαι at first hearing, Pl.Euthphr.3b; so ὥς γε οὑτωσὶ ἀκοῦσαι Id.Ly.216a; ἀκούειν μὲν οὕτως ἁπλῶς Id.Phlb.12c; οὐ… οὕτως ἄπει, = impune, E.Alc.680.    V as Hebraism, οὕτως, = such a person (thing), οὕτως οὐδέποτε εἴδαμεν Ev.Marc.2.12, cf. LXXGe.29.26, Ev.Matt.9.33, Ev.Luc.2.48, al.    B Position of οὕτω or οὕτως, mostly before the word which it limits, but in Poets sts. after, καλὸς οὕτω Il.3.169; οὐδέ τι λίην οὕτω νώνυμός ἐστιν Od.13.239; ἔρημος οὕτω, ἄγαν οὕτω, S.Ph.487, 598: rarely at the end of a clause, Od.18.255, Hdt.7.170 (dub. l.): sts. separated from the word which it limits, οὕτως ἔχει τι δεινόν ; S.Ph. 104; οὕτως ἐπὶ δεινὰς ἁρπαγάς Pl.R.391d, cf. Th.2.11; οὕτω δ' ἦν ὁ Φίλιππος ἐν φόβῳ... ὥστεD.18.33.    C Prosody. The last syll. of οὕτω is short before a vowel in Il.3.169, Od.3.315. The ι of οὑτωσί is always long, v. οὗτος init.

German (Pape)

[Seite 423] und vor Consonanten gewöhnlich οὕτω, adv. zu οὗτος, auf diese Weise, so, also, bes. so sehr; dem Relativum ὡς entsprechend, αἴθ' οὕτως ἐπὶ πᾶσι χόλον τελέσει' Ἀγαμέμνων, ὡς καὶ νῦν ἅλιον στρατὸν ἤγαγεν, Il. 4, 178, vgl. Od. 4, 148. 485. 17, 440. 18, 236; u. bei den Attikern auf ὥςπερ folgend, ἔστιν γὰρ οὕτως, ὥςπερ οὗτος ἐννέπει, Soph. Trach. 475; ὥςπερ τὰ χαλκεῖα πληγέντα μακρὸν ἠχεῖ, καὶ οἱ ῥήτορες οὕτω, Plat. Prot. 329 a, vgl. Theaet. 159 b Phaed. 92 d; οὕτως, ὅπως ἥδιστα, Soph. Tr. 329; ἐπὶ τούτους ἰτέον εἶναι οὕτως, ὅπως δύναιντο, so wie sie könnten, Xen. An. 6, 3, 30; auch nachfolgend dem Relativum, ἐκέλευσε δὲ τοὺς Ἕλληνας ὡς νόμος αὐτοῖς, οὕτω ταχθῆναι, 1, 2, 15; – ohne diese Beziehung, Hom. u. Folgde überall; οὕτως ἔσται, so wird, soll es sein, geschehen, bekräftigend oder bejahend, Od. 11, 348. 16, 31. 17, 599. 21, 257; – οὕτω δή, so also, so denn, Il. 2, 158. 14, 88. 15, 533 Od. 5, 204; οὕτω γὰρ δή τοι, Il. 15, 201; οὕτω που, so wohl, 2, 116. 14, 69 u. öfter; οὕτω πη, 24, 373. Oft bei adj. u. adv., οὕτω πολλοί, so viele, Xen. An. 4, 8, 21; auch nachgesetzt, ἄγαν οὕτω, Soph. Phil. 594; ἀμέριμνος οὕτως, Ai. 1186; πολλὰ οὕτως, Xen. An. 2, 4, 7; vgl. λίαν οὕτω, Od. 13, 239. – Besonders ist zu merken – a) οὕτωςὡς bei Wünschen oder Betheuerungen, εἰ γὰρ ἐγὼν οὕτω γε Διὸς παῖς εἴην, ὡς νῦν ἡμέρη ἥδε κακὸν φέρει Ἀργείοισιν, Il. 13, 825, wenn ich doch Zeus' Sohn wäre, so wahr wie dieser Tag Unheil bringt, vgl. Od. 17, 494; οὕτω νικήσαιμι γ' ἐγὼ καὶ νομιζοίμην σοφός, ὡς –, Ar. Nubb. 512, vgl. Thesm. 469, καὐτὴ γὰρ ἔγωγ', οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων, μισῶ τὸν ἄνδρ' ἐκεῖνον, so wahr ich wünsche, Freude an meinen Kindern zu erleben, hasse ich jenen Mann; Eur. Med. 712; Sp., wie Luc. Philops. 27, οὕτως ὀναίμην τούτων, ὡς ἀληθῆ ἐρῶ. – b) in der Antwort, bejahend, ja, so ist es, οὕτως, ἔφη, ἀγαπήσομεν, Plat. Rep. V, 472 c; οὕτω μὲν οὖν, VIII, 551 b. – c) so und nur so, d. i. schlechtweg, ohne Weiteres, mit dem Nebenbegriff des Leichtnehmens und Vernachlässigens, wie Hom. sagt μὰψ οὕτω, Il. 2, 120 (vgl. αὔτως); ἀκάθαρτον οὕτως ἐᾶν, Soph. O. R. 256; ὡς μή γ' ἄτιμον οὕτω μ' ἀφῇ γε, O. C. 1281, vgl. Ant. 315 Phil. 1056, Eur. Alc. 690, ἀλλ' οὕτω πίνοντες πρὸς ἡδονήν, so bloß nach Belieben, Plat. Conv. 176 e, vgl. οὕτως εἰκῇ Gorg. 506 d, οὕτως ἐξαίφνης Crat. 390 e; ἁπλῶς οὕτως u. ä., ohne Weiteres, auf der Stelle, νῦν μὲν οὕτως οὐκ ἔχω εἰπεῖν, Phaedr. 237 c; εἴ τις ἔροιτο νῦν οὕτως ἐν τῷ παρόντι, Theaet. 158 b, vgl. Gorg. 464 b; ὥς γε οὑτωσὶ δόξαι, Rep. IV, 432 b, so ohne es genauer zu prüfen, vgl. Gorg. 509 a Phaed. 62 b; ἀκούειν μὲν οὕτως, Phil. 12 c; ὡς οὕτως ἀκοῦσαι, Euthyphr. 3 b; ὥς γε οὑτωσὶ ἀκοῦσαι, Lys. 216 a; vgl. Wolf zu Dem. Lept. p. 235. – d) oft faßt οὕτως den ganzen vorigen Satz zusammen und beginnt wie unser so den Nachsatz, Her. oft; Plat. Gorg. 461 a, ἐπειδὴ δὲ ἔλεγες, ὅτι –, οὕτω θαυμάσας εἶπον; – nach einem Participium, ἐγγυητὰς χρῆν καταστήσαντα ἦ μὴν συνοικήσειν αὐτῇ, οὕτω ἀπάγεσθαι, so, dann erst, Her. 1, 196, vgl. 2, 94; auch οὕτω δή, 1, 94. 7, 158; τὴν γὰρ γνώμην εἶχε τὰ ἄλλα καταστρεψάμενος οὕτως ἐπὶ Ὀφιονέας στρατεῦσαι ὕστερον, Thuc. 3, 96; εὐθὺς ἀναστὰς οὕτω δεῦρο ἐπορευόμην, Plat. Prot. 310 d, vgl. Gorg. 457 c Phil. 44 e, öfter; ἐκέλευσεν αὐτὸν συνδιαβάντα ἔπειτα οὕτως ἀπαλλάττεσθαι, dann erst sich zu entfernen, Xen. An. 7, 1, 4, vgl. Hell.. 3, 2, 9, öfter; πάντα εἰς τοῦτο – συντείνοντα –, οὕτω πράττειν, Plat. Gorg. 507 d, so handeln, daß man auf dies Alles sieht; Phaed. 67 e. – Auch folgt das Participium zur Erklärung des οὕτω, ἆρ' οὖν οὕτως ἂν περὶ σῶμα εὐδαιμονέστατος ἄνθρωπος εἴη, ἰατρευόμενος ἢ μηδὲ κάμνων ἀρχήν; Plat. Gorg. 477 c, so –, wenn er; ᾧ ἔτι προσήκει διαλέγεσθαι οὕτω, ψελλιζόμενον, so, nämlich stammelnd, ib. 485 a, vgl. Phaed. 59 a; παῖδα οὕτως ἐδωρήσατο προπίνων, Xen. An. 4, 3, 27. – e) zu Anfang eines Satzes in der gewöhnlichen Umgangssprache, οὕτω ποτ' ἦν μῦς, da war einmal eine Maus, Ar. Vesp. 1221; ἦν οὕτω δὴ παῖς, Plat. Phaedr. 237 b. – f) οὕτω μέν – οὕτω δέ –, theils – theils. – Οὕτω vor Vocalen kommt nur bei Her. vor; οὕτως vor Consonanten oft.

Greek (Liddell-Scott)

οὕτως: καὶ πρὸ συμφώνου οὕτω (ἂν καὶ συχνάκις εἶναι ἐν χρήσει τὸ οὕτως καὶ πρὸ συμφώνου, Ἰακωψ. Ἀνθ. Π. σελ. 159. 509, ἐν ᾧ τὸ οὕτω οὐδέποτε ἀπαντᾷ πρὸ φωνήεντος, εἰ μὴ παρ’ Ἐπικ. ποιηταῖς καὶ Ἴωσι πεζογράφοις, ἴδε ἐν τέλ.) παρ’ Ἀττικ. ἐπιτείνεται διὰ προσχηματισμοῦ, οἷον οὑτωσί, Πλάτ. Γοργ. 503D, κτλ. (ἴδε ἐν λ. οὗτος Α)· - Ἐπίρρ. τοῦ οὗτος, ὡς τὸ Λατ. sic ἢ hic, κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, τοιουτοτρόπως· - κυρίως τὸ οὕτως εἶναι τὸ δεικτικὸν τοῦ ὡς, ὡς τὸ Λατιν. sic τοῦ ut, Ἰλ. Δ. 178, Ὀδ. Δ. 148, κτλ.· παρ’ Ἀττ. προσέτι οὕτως ὥσπερ, Σοφ. Τρ. 475, Ξεν., κτλ.· ὡσαύτως ὥσπερ ..., οὕτως ..., Πλάτ. Ἴων 534Α· οὕτω καὶ οὕτως, ὅπως ..., Σοφ. Τρ. 330, Ξεν.· ποιητ. ὡσαύτως, ὥστε..., οὕτω δέ..., Σοφ. Τρ. 112· - οὕτως συχνάκις παραλείπεται μετὰ τὸ ὡς, ὡς ἔδοξεν αὐτοῖς, καὶ ἐποίουν Θουκ. 8. 1, πρβλ. Θεόκρ. 7. 45 κἑξ. Παρὰ τοῖς πεζογράφοις συχνάκις ἀκολουθεῖ ἡ ἀναφορ. ἀντωνυμ. ἀντὶ τοῦ ὥστε, ἴδε κατωτ. ΙΙΙ· - ὅταν δύο τρόποι ἀντιτίθενται πρὸς ἀλλήλους, συχνάκις ἐκφέρονται διὰ τῶν ἐπιρρ. οὕτω καὶ ἐκείνως· τότε μὲν ἐκείνως, νῦν δ’ οὕτω Ἰσοκρ. 269Β· οὕτω ῥᾷον ἢ ἐκείνως Πλάτ. Πολ. 370Α, κτλ.· - Ὅταν τὸ οὕτω ἢ -ως ἀναφέρηται εἰς τὸ ἑπόμενον, δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ διὰ τοῦ, ὡς ἑξῆς, οὕτω χρὴ ποιεῖν· ἐάν ... Ξεν. Ἀν. 2. 2, 2· οὑτωσὶ δὲ λογίζεσθε Δημ. 308. 9· οὕτω πως ὑπείληφα ὁ αὐτ. 316. 5, πρβλ. Πλάτ. Ἀπολ. 28C· - καὶ οὕτως, καὶ ἐπὶ τοιαύτη ὑποθέσει, Θουκ. 1. 10· οὐδ’ οὕτως (παρ’ Ὁμ. καὶ ὡς, οὐδ’ ὥς)· - ἐπιτεταμ., οὕτω δὴ Ἰλ. Β. 158, Ὀδ. Ε. 204· οὕτω δή τοι, Ἰλ. Ο. 201· οὕτω δή τι, ἴδε κατωτ. ΙΙΙ· ὡσαύτως, οὕτω που, οὕτω στοχάζομαι, Ἰλ. Β. 116, Ὀδ. Ι. 262, κλ.· οὕτω πῃ Ἰλ. Ω. 373· - ὥς ὁ μὲν οὕτως ἐστὶ σόος, κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον σῴζεται, Ὀδ. Τ. 300. - Δυνάμεθα νὰ σημειώσωμεν τὰς ἀκολούθους φράσεις: 1) οὕτω δὴ ἔσται, οὕτω θὰ γίνῃ, ἐπικυρουμένου τοῦ προηγηθέντος, Ὀδ. Λ. 348· ἔσσεται οὕτως Π. 31, κτλ.· - παρὰ τοῖς πεζογράφοις ἁπλῶς οὕτως, ἐπὶ ἀποκρίσεων, ἀκριβῶς οὕτω, Ξεν. Οἰκ. 1. 9· οὕτως, ἢ οὐχ οὕτως; - οὕτω μὲν οὖν Πλάτ. Πολ. 551Β, κτλ. 2) ἐμφατικὸν μετὰ προστ., κεῖσ’ οὕτως, μένε ἐδῶ, ἐπὶ ἀνθρώπου ὃν ἄρτι τις ἔρριψε κάτω νεκρόν, Ἰλ. Φ. 184, πρβλ. Ὀδ. Ε. 146. 3) ἐπὶ εὐχῶν ἢ προσευχῶν, οὕτω νῦν Ζεὺς θείη, «οὕτω νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς» ... (ὡς παρ’ Ὁρατίῳ sic te diva potens Cypri ... regat), Ὀδ. Θ. 465., Λ. 180, πρβλ. Ἰλ. Φ. 412, κλ.· οὕτως ἔρως σοι ... τελεσφόρος γένοιτο Εὐρ. Μήδ. 714· ὡσαύτως, αἴθ’ οὕτως ..., αἱ γὰρ οὕτως ... Ὀδ. Ρ. 494., Π. 99· - οὕτω παρ’ Ἀττ. ἐπὶ ὅρκων ἢ διαμαρτυρίας, οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων, μισῶ τὸν ἄνδρα, («ἔτσι νὰ χαρῶ τὰ παιδιά μου»), Ἀριστοφ. Θεσμ. 469· οὕτω ... νομιζοίμην σοφός, ὡς ... ὁ αὐτ. ἐν Νεφ. 520. 4) ἐν τῇ συνηθείᾳ κατὰ τὴν ἔναρξιν διηγήσεως, οὕτω ποτ’ ἦν μῦς καὶ γαλῆ, «ἔτσι μιὰ φορὰ κ’ ἕναν καιρό», Ἀριστοφ. Σφ. 1182· οὕτως ἦν νεανίσκος ὁ αὐτ. ἐν Λυσ. 784· ἦν οὕτω δὴ παῖς Πλάτ. Φαῖδρ. 237Β. 5) οὕτως ἔχειν, οὕτως ἔχειν τινὸς ἢ περί τινος, ἴδε ἔχω Β. ΙΙ. 2· τὸ ἔχειν ἐνίοτε παραλείπεται, τούτων μὲν οὕτω, τόσον διὰ ταῦτα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 950, πρβλ. Ἀριστ. Πολιτικ. 1. 2· ἐπὶ τοπικῆς ἐννοίας, ὥσπερ Χαλκὶς ... τῆς Εὐβοίας ... κεῖται, οὕτω Χερρονήσου … ἡ Καρδιανῶν πόλις, ὡς ἡ Χαλκὶς κεῖται ὡς πρὸς τὴν Εὔβοιαν οὕτωςπόλις τῶν Καρδιανῶν ὡς πρὸς τὴν Χερσόνησον, Δημ. 681. 18· ὡσαύτως: ἀντὶ τοῦ εἰς τοῦτο: οὕτω δὲ τάρβους ... ἀφικόμην Εὐρ. Φοίν. 361. 6) ὁ οὕτω λεγόμενος, καλούμενος, ὀνομαζόμενος Schäf. Mel. 1, σελ. 14. 82. 7) οὕτω ἢ οὕτω δή, συχνάκις εἰσάγει τὴν κυρίαν πρότασιν μετὰ τὴν προσδιορίζουσαν, ἐπειδὴ περιελήλυθε ὁ πόλεμος..., οὕτω δὴ Γέλωνος μνήστις γέγονε Ἡρόδ. 7. 158, πρβλ. 150, Θουκ. 1. 131., 2. 12, 19, κτλ.· ― κατόπιν μετοχῆς μάλιστα, ἐν κλιβάνῳ πνίξαντες, οὕτω τρώγουσι, δηλ. ἐπειδὴ ἔπνιξαν, οὕτω..., Ἡρόδ. 2. 92, πρβλ. 100., 1. 196, Valck. 7. 174· τἆλλα καταστρεψάμενος, οὕτω... στρατεῦσαι ὕστερον Θουκ. 3. 96· εἰς τὰ σκληρότατα ἀποβλέποντες, οὕτως ἂν μᾶλλον ξυννοήσαιμεν Πλάτ. Φίληβ. 44Ε, πρβλ. Γοργ. 457C, 507D, Ἀπολ. 29Β· οὕτως, ἔπειτα οὕτως Ξεν. Ἀν. 7. 1, 4· ― οὕτω καὶ μετὰ γενικὴν ἀπόλ., ὡς... τῶν ἡγεμόνων ὑμῖν μὴ μεμπτῶν γεγενημένων, οὕτω τὴν γνώμην ἔχετε Θουκ. 7. 15, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 1. 6, 11, Ἀν. 1. 3, 6, κτλ. ΙΙ. ἐνίοτε ἐπὶ συμπερασμετικῆς ὄντως ἐννοίας, ὅθεν, διὰ τοῦτο, οὕτως ἀμυντέ’ ἐστὶ τοῖς κοσμουμένοις, κοὔτοι γυναικὸς οὐδαμῶς ἡσσητέα Σοφ. Ἀντ. 677· οὕτω δὴ Πλάτ. Φαίδων 61Β, κτλ. ΙΙΙ. μετ’ ἐπιθέτ. ἠ ἐπιρρ., τόσον, τόσον πολύ, τόσον καθ’ ὑπερβολήν, καλὸς οὕτω Ἰλ. Γ. 169· πρυμνόθεν οὕτως, τόσον ἐντελῶς, Αἰσχύλ. Θήβ. 1056, πρβλ. Θουκ. 2. 47, Ξεν. Κύρ. 1. 3, 8· οὕτως τι Ἀριστοφ. Ὄρ. 63· ― ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συχνάκις ἀκολουθεῖ ὡς ἢ ὥστε, Ἡρόδ. 1. 32, Πλάτ. Πολ. 477Α, Ξενοφ. Ἀν. 7. 4, 3, κτλ.· ― ἐνίοτε τὸ ἀναφορικ. ὃς λαμβάνει τὸν τόπον τοῦ ὥστε, οἷον κρήνη οὕτω δή τι ἐοῦσα πικρή, ἢ κιρνᾷ (δηλ. ὥστε κιρνᾶν) Ἡρόδ. 4. 52, ἔνθα ἴδε Valck.· οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ Σοφ. Ἀντ. 220· τίς δ’ οὕτως ἄνους ὃς...; Ἀριστοφ. Ἀχ. 736, πρβλ. Δημ. 100. 20· ― ὡσαύτως, δυσχείμερος αὕτη ἡ... χώρη οὕτω δή τί ἐστι, ἔνθα (ὅ ἐστι ὥστε ἐνταῦθα) τοὺς μὲν ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἀφόρητος οἷος γίνεται κρυμὸς Ἡρόδ. 4. 28· ― ἐνίοτε οὐδὲν συνδετικὸν μόριον τίθεται, αἱ... κεφαλαί εἰσι οὕτω δή τι ἰσχυραί, μόγις ἂν λίθῳ παίσας διαράξειας, τόσον ἰσχυραί, ― μόλις διὰ λίθου θὰ ἠδύνασο νά..., Ἡρόδ. 3. 12. IV. οὕτω ἐνίοτε κεῖται ὡς τὸ αὔτως, μετὰ μειωτικῆς δυνάμεως, οὕτως, μόνον ἁπλῶς, ὡς τὸ Λατ. sic (Donat. Terent. Andr. 1. 2, 4), παρ’ Ὁμ. ἀείποτε μὰψ οὕτως, Ἰλ. Β. 120 (διότι ἄνευ τοῦ μάψ, μεταχειρίζεται ἀεὶ τὸ αὔτως), πρβλ. Ἡρόδ. 1. 5· οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονὴν (ὡς παρ’ Ὁρατ. jacentes sic temere) Πλάτ. Συμπ. 176ε, πρβλ. Γοργ. 447Α, Φαῖδρ. 235C, Θεαίτ. 147C, 158B, κτλ.· ἐν συνουσίᾳ καὶ διατριβῇ οὕτως ἰδίᾳ Δημ. 537. 18, πρβλ. Buttm. εἰς Δημ. κατὰ Μειδ. ἐν τῷ Πίνακι· οὕτω, οὕτω γε Πλάτ. Θεαίτ. 142D· οὕτω ποτὲ ὁ αὐτ. ἐν Λυσ. 216C· οὕτω πως Δημ. 14. 28· ὡσαύτως, ἐκ τοῦ προχείρου, ἀμέσως, Πλάτ. Γοργ. 464Β, κτλ.· ἁπλῶς οὕτως ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 633C· ἀλλ’ οὕτως ἄπει ; οὕτω, χωρὶς νὰ εἴπῃς τι περισσότερον...; Σοφ. Φ. 1067· ἢ στραφεὶς οὕτως ἴω ; ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 315, πρβλ. Εὐρ. Ἡρακλ. 375· ὡς οὕτως γ’ ἀκοῦσαι, ἐκ πρώτης ἀκοῆς, Πλάτ. Εὐθύφρων 3Β· οὕτω, ὥς γε οὑτωσὶ ἀκοῦσαι ὁ αὐτ. ἐν Λυσ. 216Α· ἀκούειν μὲν οὕτως ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 12C· οὐ... οὕτως ἄπει = ἀτιμωρητί, Εὐρ. Ἄλκ. 680. Β. Θέσις τοῦ οὕτω ἢ οὕτως: ― ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τίθεται πρὸ τῆς λέξεως ἣν ὁρίζει, ἀλλὰ παρὰ ποιηταῖς ἐνίοτε μετ’ αὐτήν, καλὸς οὕτω Ἰλ. ?. 169· λίην οὕτω Ὀδ. Ν. 237· ἔρημος οὕτω, ἄγαν οὕτω Σοφ. Φ. 487, 598· ― σπανίως ἐν τέλει προτάσεως, Ὀδ. Σ. 255, Ἡρόδ. 7. 170· ― ἐνίοτε χωρίζεται ἀπὸ τῆς λέξεως ἣν προσδιορίζει, οὕτως ἔχει τι δεινὸν Σοφ. Φ. 104· οὕτως ἐπὶ δεινὰς ἁρπαγὰς Πλάτ. Πολ. 391D, πρβλ. Θουκ. 2. 11· οὕτω δ’ ἦν ὁ Φίλιππος ἐν φόβῳ... ὥστε... Δημ. 236. 19. Γ. Προσῳδία: [ἡ λήγουσα ἐν τῷ ἐπιρρ. οὕτω ἐνίοτε εἶναι βραχεῖα παρ’ Ὁμ. πρὸ βραχέος φωνήεντος, καλὸν δ’ οὕτω ἐγὼν οὔ πω ἴδον ὀφθαλμοῖσιν Ἰλ. Γ. 169· οὕτω ὑπερφιάλους, μή τοι κατὰ πάντα φάγωσι Ὀδ. Γ. 315. Τὸ ι τοῦ οὑτωσὶ εἶναι ἀείποτε μακρόν, ἴδε ἐν λ. οὗτος ἐν ἀρχ.].

French (Bailly abrégé)

v. οὕτω.

English (Autenrieth)

this way, thus, so , adv. answering to the usage of οὗτος. In wishes, ‘so surely (as), ’ Il. 13.825.

English (Abbott-Smith)

οὕτως, rarely (Bl., §5, 4; WH, App., 146f.) οὕτω, adv. (< οὗτος), [in LXX chiefly for כֵּן;]
in this way, so, thus;
1.referring to what precedes: Mt 5:16 6:30, Mk 10:43 14:59, Lk 1:25 2:48 15:7, Jo 3:8, Ro 1:15, I Co 8:12, al.; οὕτως καί, Mt 17:12, Mk 13:29, al.; pleonastically, resuming a ptcp. (cl.; v. Bl., §74, 6), Ac 20:11 27:17.
2.Referring to what follows: Mt 1:18 6:9, Lk 19:31, Jo 21:1, I Pe 2:15; bef. quotations from OT, Mt 2:5, Ac 7:6, I Co 15:45, He 4:4.
3.C. adj. (marking intensity): He 12:21, Re 16:18; similarly c. adv., Ga 1:6 (cl.).
4.As a predicate (Bl., §76, 1): Mt 1:18 9:33, Mk 2:1, 2 4:26, Ro 4:18 9:20, I Pe2:15; οὕ ἔχειν (Lat. sic or ita se habere), Ac 7:1, al.; ἐκαθέζετο (as he was, without delay or preparation), Jo 4:6.
5.In comparison, with correlative adv.: καθάπερ… οὕ., Ro 12:4, 5 al.; καθὼς… οὕ., Lk 11:30, al.; οὕ.… καθώς, Lk 24:24, al.; ὡς… οὕ., Ro 5:15, al.; οὕ… ὡς, Mk 4:26, al; ὥσπερ… οὕ., Mt 12:40, al.; οὕ.… οὕ., I Co 7:7.

Greek Monolingual

και ούτω (ΑΜ οὕτως και οὕτω) ούτος
(το ούτως συν. πριν από φωνήεν, ενώ το ούτω πριν από σύμφωνο) (τροπ. επίρρ.) κατ' αυτό τον τρόπο, τοιουτοτρόπως, έτσι («οὕτω καὶ ὑμεῑς ποιεῑτε αὐτοῑς», ΚΔ)
νεοελλ.
φρ. α) «ούτως εχόντων τών πραγμάτων» — κάτω από αυτές τις συνθήκες ή περιστάσεις, όπως έχουν τα πράγματα
β) «ούτως ή άλλως» — πάντως, οπωσδήποτε, έτσι κι αλλιώς
γ) «ούτως ειπείν» — κατά κάποιον τρόπο, σαν να λέμε
αρχ.
Ι. 1. (όταν αναφέρεται σ' αυτό που ακολουθεί) ως εξής («οὕτω χρὴ ποιεῑν ἐάν...», Ξεν.)
2. (μερικές φορές με συμπερ. έννοια) γι' αυτό, όθεν
3. (με επίθ. ή επίρρ.) τόσο πολύ (α. «καλὸς, οὕτω», Ομ. Ιλ.
β) «οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῑν ἐρᾷ», Σοφ.)
4. (με μειωτική δύναμη) απλώς μόνο
5. εκ του προχείρου, αμέσως («ἄλλ' οὕτως ἄπει;», Σοφ.)
II. ΙΔΙΑΖΟΥΣΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ: 1. με προστακτική για έμφαση («κεῑσ' οὕτως», Ομ. Ιλ.)
2. για ευχές ή προσευχές («ὅτω νῡν Ζεὺς θείη» — έτσι να δώσει ο θεός, Ομ. Οδ.)
3. κατά την έναρξη διήγησης
III. ΘΕΣΗ: 1. συν. τίθεται πριν από τη λέξη που προσδιορίζει, αλλά στους ποιητές μερικές φορές μετά από αυτήν («λίην οὕτω», Ομ. Οδ.)
2. σπαν. στο τέλος πρότασης
3. μερικές φορές χωρίζεται από τη λέξη που προσδιορίζει («οὕτως ἔχει τι δεινόν», Σοφ.).

Greek Monotonic

οὕτως: πριν από σύμφωνο οὕτω,
I. 1. επίρρ. του οὗτος, όπως το Λατ. sic του hic, δι' αυτού του μέσου ή μ' αυτόν τον τρόπο, έτσι, λοιπόν· κανονικά, το οὕτως προηγείται και αναμένει απόδοση από το ὡς, όπως το Λατ. sic με το ut, σε Όμηρ. κ.λπ.· οὕτω δὴ ἔσται, έτσι θα γίνει λοιπόν, αιτιολογώντας ό,τι έχει προηγηθεί, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· στην πεζογραφία το οὕτως μόνο του σε απαντήσεις, έτσι επίσης, έτσι ακριβώς, σε Ξεν.
2. σε ευχές ή προσευχές, οὕτω νῦν Ζεὺς θείη (όπως το sic te diva regatτου Οράτ.), σε Ομήρ. Οδ.· οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων, μισώ τον άνδρα (όπως στην Αγγλική so help me God), σε Αριστοφ.· οὕτω νομιζοίμην σοφός..., στον ίδ.
3. ξεκινώτας μια αφήγηση, οὕτω ποτ' ἦν μῦς καὶ γαλῆ, έτσι μια φορά κι έναν καιρό..., στον ίδ.· ἦνοὕτω δὴ παῖς, σε Πλάτ.
4. οὕτως ἔχειν, οὕτως ἔχειν τινός, βλ. ἔχω Β. II. 2· το ἔχειν μερικές φορές παραλείπεται, τούτων μὲν οὕτω, έτσι, τόσο ως προς αυτό, σε Αισχύλ.
5. εἰς τοῦτο, οὕτω τάρβους, σε τέτοιο σημείο τρόμου, σε Ευρ.
6. το οὕτω ή το οὕτω δή, εισάγουν την απόδοση μιας δευτερεύουσας πρότασης, ἐπειδὴ περιελήλυθε ὁ πόλεμος, οὕτω δὴ Γέλωνος μνῆστις γέγονε, σε Ηρόδ.· μετά από μτχ., ἐν κλιβάνῳ πνίξαντες, οὕτω τρώγουσι, δηλ. ἐπειδὴ ἔπνιξαν οὕτω..., στον ίδ.
II. ως συμπερασματικό, Λατ. itaque, σε Σοφ., Πλάτ.
III. με επίθ. ή επίρρ., τόσο, τόσο πολύ, τόσο μεγάλο· καλὸς οὕτω, σε Ομήρ. Ιλ.· πρυμνόθεν οὕτως, τόσο πλήρως, σε Αισχύλ.
IV.όπως το αὕτως, με μειωμένη ισχύ, έτσι, απλώς έτσι, απλώς, όπως το Λατ. sic, μὰψ οὕτως, σε Ομήρ. Ιλ.· οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν (όπως το jacentes sic tempere του Οράτ.), σε Πλάτ.· επίσης, παρευθύς, αμέσως, στον ίδ.· οὐ... οὕτως ἄπει = impune, σε Ευρ.

Middle Liddell

[adverb of οὗτος, as Lat. sic of hic]
I. in this way or manner, so, thus:—properly, οὕτως is antec. to ὡς, as Lat. sic to ut, Hom., etc.; οὕτω δὴ ἔσται so it shall be, ratifying what goes before, Od., etc.:—in Prose οὕτως alone in answers, even so, just so, Xen.
2. in wishes or prayers, οὕτω νῦν Ζεὺς θείη (as Hor. sic te diva regat), Od.; οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων, μισῶ τὸν ἄνδρα (as in Engl., so help me God), Ar.; οὕτω νομιζοίμην σοφός… Ar.
3. beginning a story, οὕτω ποτ' ἦν μῦς καὶ γαλῆ so once upon a time… , Ar.; ἦν οὕτω δὴ παῖς Plat.
4. οὕτως ἔχειν, οὕτως ἔχειν τινός, v. ἔχω B. II. 2; ἔχειν is sometimes omitted, τούτων μὲν οὕτω so much for this, Aesch.
5. = εἰς τοῦτο, οὕτω τάρβους to such a pitch of terror, Eur.
6. οὕτω, or οὕτω δή, introduces the apodosis after a protasis, ἐπειδὴ περιελήλυθε ὁ πόλεμος, οὕτω δὴ Γέλωνος μνῆστις γέγονε Hdt.:— after participles, ἐν κλιβάνῳ πνίξαντες, οὕτω τρώγουσι, i. e. ἐπειδὴ ἔπνιξαν, οὕτω… , Hdt.
II. inferential Lat. itaque, Soph., Plat.
III. with an adj. or adv. so, so much, so very, καλὸς οὕτω Il.; πρυμνόθεν οὕτως so entirely, Aesch.
IV. like αὔτως, with a diminishing power, so, merely so, simply, like Lat. sic, μὰψ οὕτως Il.; οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν (as Hor. jacentes sic temere), Plat.; also off-hand, at once, Plat.; οὐ .. οὕτως ἄπει = impune, Eur.