Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυναικείος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και γυναικείος, -α, -ο (AM γυναικείος, -α, -ον
Α και γυναικήιος, -η, -ον
Μ και γυναικείος, -α, -ον)
Ι. 1. αυτός που ανήκει σε γυναίκα ή προορίζεται γι' αυτήν
2. αυτός που ταιριάζει σε γυναίκα
αρχ.
θηλυπρεπής
II. (το θηλ. εν. ως ουσ.) ἡ γυναικηΐη
αρχ.
ο γυναικών
III. το ουδ. εν. ως ουσ. το γυναικείο (Μ γυναικεῑον)
νεοελλ.
ο γυναικωνίτης της εκκλησίας
μσν.
ο χώρος εργασίας τών γυναικών
IV. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γυναικεία και γυναικεία (AM τὰ γυναικεῑα)
1. τα γεννητικά όργανα της γυναίκας
2. τα έμμηνα
νεοελλ.
1. γυναικολογικές διαταραχές
2. αφροδίσια νοσήματα
3. γυναικεία φορέματα
αρχ.
1. απασχολήσεις τών γυναικών
2. φάρμακα για γυναικολογικές παθήσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. γυναικείος, γυναικήιος < γυνή, γυναικός (πρβλ. ανδρείος, ανδρήιος)].