Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γύαλος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: γύᾰλος Medium diacritics: γύαλος Low diacritics: γύαλος Capitals: ΓΥΑΛΟΣ
Transliteration A: gýalos Transliteration B: gyalos Transliteration C: gyalos Beta Code: gu/alos

English (LSJ)

[ῠ], ὁ,

   A cubical stone, EM243.12; also oxyt. as Adj., γυαλὸν λίθον ἀγκάσσασθαι Call.Fr.anon.331.

German (Pape)

[Seite 508] ὁ, nach E. M. ein viereckiger Stein, Würfel.

Greek Monolingual

γύαλος ο (Α)
κύβος, τετράγωνη πέτρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γύαλος < γυαλός με αναβιβασμό του τόνου. Κατ' άλλους, ο τ. γύαλος από λανθασμένη γραφή του τ. γυλλός, η οποία προήλθε από σύγχυση του -α- και του -λ-].