Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίχως

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

δίχως)
1. (προθ. με αιτ. ή γεν.) χωρίς
2. φρ. «το δίχως άλλο» — οπωσδήποτε, εξάπαντος
3. (επίρρ. με το να ή το με)
«έφυγε δίχως να μού πει λέξη», «με δίχως να το ξέρω».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δίχως προήλθε από συμφυρμό των αρχ. λ. διχώς και δίχα.