Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίχα

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος -> He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Full diacritics: δίχᾰ Medium diacritics: δίχα Low diacritics: δίχα Capitals: ΔΙΧΑ
Transliteration A: dícha Transliteration B: dicha Transliteration C: dicha Beta Code: di/xa

English (LSJ)

[ῐ], (δίς),    I Adv. in two, asunder, δ. πάντας… ἠρίθμεον Od.10.203; δ. πάντα δέδασται 15.412; πλευροκοπῶν δ. ἀνερρήγνυ S. Aj.236; δ. πρίσαντες Th.4.100; τέμνειν δ. Pl.Sph.265e; δ. διαλαβεῖν Id.Tht.147e; δ. τὸ στράτευμα ποιεῖν X.An.6.4.11; δ. τὴν δύναμιν λαβεῖν catch the force divided, Th.6.10; ὅτι δ. πέφυκε (sc. ἡ Σικελία) is divided against itself, Id.4.61: generally, apart, aloof, διαστῆναι Hdt.4.180; κεῖσθαι Pi.P.5.93; οἰκεῖν S.OC602.    2 metaph., at two, two ways, whether with others or oneself, at variance or in doubt, δ. δέ σφισι ἥνδανε βουλή Il.18.510; δίχα θυμὸν ἔχοντες 20.32; δ. δέ σφιν ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἄητο 21.386; δ. θυμὸς ἐνὶ φρεσὶ μερμηρίζει Od.16.73; δ. θυμὸς ὀρώρεται ἔνθα καὶ ἔνθα 19.524; δίχα βάζομεν 3.127; δ. μοι τὰ νοήμματα prob. in Sapph.36; μιῇ γλώσσῃ δ. ἔχειν νόον Thgn.91, etc.; ἐγίνοντο δ. αἱ γνῶμαι Hdt.6.109; δόξα δ' ἐχώρει δίχα E.Hec.117; μαθήσεται ὅσον τό τ' ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα differ, A.Pr.927; τὸ γὰρ τοπάζειν τοῦ σάφ' εἰδέναι δ. Id.Ag.1369; δ. ψηφίζεσθαι on different sides, X.Mem.4.4.8; ἐὰν δ. γένηται τὸ δικαστήριον Arist.Pol.1318a40.    II Prep., c. gen., apart from, Emp.21.19; without, πυρός, ἄρσενος, A.Th.25, Ag.861; ἀνθρώπων δ. S.Ph.31; οἶος Ἀτρειδῶν δ. Id.Aj.750; μόνη… φασγάνου δ. Id.Tr.1063; δ. τέλους Supp.Epigr.1.329.25 (Istros, i A. D.); δ. γνώμης ἐμῆς καὶ συγκαταθέσεως PFlor.58.8 (iii A. D.); δ. πραγμάτων Jul. Or.7.212a, etc.    2 differently from, unlike, δ. ἄλλων A.Ag.757; σῆς δ. γνώμης λέγω S.El. 547.    3 πόλεως δ. against the will of, Id.OC48, cf. Aj.768.    4 except, δ. γε Διός A.Pr.163; τῶν λελεγμένων δ. Id.Ch.778.    5 besides, dub. in D.H.7.19.—As a Prep. it commonly follows its case in Trag., but precedes it in A.Pr. l.c., S.Ph.195, al., E.IT185.

German (Pape)

[Seite 645] (δίς), zwiefach; – a) zwiefach getheilt, getrennt; Apoll. Lex. Homer. p. 59, 17 Δίχα· διχῶς, εἰς δύο; vgl. διχθά, ἄνδιχα, διάνδιχα; δίχα πάντας ἠρίθμεον, ich theilte alle in zwei Haufen, Od. 10, 203; δίχα πάντα δέδασται 15, 412; δίχα κεῖται Pind. P. 5, 93; δίχ' ἀνεῤῥήγνυ Soph. Ai. 232; δίχα διαστᾶσαι Her. 4, 180; δίχα πρίειν, entzwei sägen, Thuc. 4, 100; δίχα διαλαβεῖν Plat. Theaet. 147 e u. öfter; διατέμνειν, διελεῖν, Conv. 190 d Soph. 221 e; auch τὰ δίχα τμήματα, Legg. V, 745 d; δίχα ποιεῖν, trennen, Xen. An. 6, 2, 11. – Uebertr., von zweierlei Meinung, zwiespältig, uneinig, δίχα δέ σφισιν ἥνδανε βουλή Il. 18, 510; δίχα θυμὸν ἔχοντες 20, 32; δίχα βάζειν, dem ἕνα θυμὸν ἔχειν entgeggstzt, Od. 3, 137; vgl. noch 16, 73. 19, 524. 22, 333; δίχα μοι νόος Pind frg. 232; εἰ καὶ σῆς δίχα γνώμης λέγω, anders als du meinst, Soph. El. 537; δίχα αἱ γνῶμαι ἐγίγνοντο Her. 6, 109, u. öfter; δ. ψηφίζεσθαι Xen. Mem. 4. 4. 8, u. ä.; δίχα πέφυκε τοῦ ἑτέρου Thuc. 4, 61, abgesondert, verschieden sein; vgl. Aesch. Prom. 927 ὅσον τό τ' ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα, was für ein Unterschied ist; dah. – b) getrennt, abgesondert; οἰκεῖν Soph. O. C. 608; vgl. Ant. 164 ἐκ πάντων δίχα ὑμᾶς ἔστειλ' ἱκέσθαι; auch = abgesondert, vor allen, wie οἶος Ἀτρειδῶν δίχα Ai. 737, u. so öfter; δίχα τινός, ohne Jemand, außer ihm, Aesch. Ch. 767 Spt 25 Ag. 835; κενὴ οἴκησις ἀνθρώπων δίχα Soph. Phil. 31; πόλεως δίχα, ohne die Bürgerschaft, d. i. ohne ihren Befehl, O. C. 48, u. so öfter bei Dichtern, gew. dem gen. nachgesetzt; δίχα θηλειάων Theocr. 25, 107: vgl. D. Hal. 7, 19.

Greek (Liddell-Scott)

δίχᾰ: [ῐ], (δίς], Ι. ἐπίρρ., εἰς δύο μέρη, χωρίς, χωριστά, δίχα πάντας… ἠρίθμεον Ὀδ. Κ. 203· δίχα πάντα δέδασται Ο. 412· δ. διαστῆναι Ἡρόδ. 4. 180· πλευροκοπῶν δ. ἀνερρήγνυ Σοφ. Αἴ. 236· δ. πρίσαντες Θουκ. 4. 100· τέμνειν δ. Πλάτ. Σοφ. 265Ε· δ. διαλαμβάνειν ὁ αὐτ. Θεαιτ. 147Ε· ― καθόλου, χωριστά, μακράν, διαστῆναι Ἡρόδ. 4. 180· κεῑσθαι Πίνδ. Π. 5. 125· οἰκεῖν Σοφ. Ο. Κ. 602· δ. ποιεῖν Ξεν. Ἀν. 6. 4, 11· δ. τὴν δύναμιν λαβεῖν, καταλαβεῖν τὴν δύναμιν δεδιχασμένην, διῃρημένην εἰς δύο, Θουκ. 6. 10. 2) μεταφ., κατὰ δύο τρόπους, εἰς δύο, ὅταν τις εἶναι διχασμένος εἴτε πρὸς ἄλλους (ἐν διαφωνίᾳ), εἴτε πρὸς ἑαυτὸν (ἐν ἀμφιβολίᾳ), συχνὸν παρ’ Ὁμ.· δίχα δέ σφισιν ἥνδανε βουλὴ Ἰλ. Σ. 510· δίχα θυμὸν ἔχοντες Υ. 32· δίχα δέ σφιν ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἄητο Φ. 386· δίχα θυμὸς ἐν φρεσὶ μερμήριξε Ὀδ. Π. 73· δίχα θυμὸς ὀρώρεται Τ. 524· δίχ’ ἐβάζομεν Γ. 127· οὕτω, δ. ἔχειν νόον Θέογν. 91, κτλ.· ἐγίνοντο δ. αἱ γνῶμαι Ἡρόδ. 6. 109· δόξα δ’ ἐχώρει δίχα Εὐρ. Ἑκ. 119· μαθήσεται ὅσον τό τ’ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα, πόσον διαφέρουσιν, Αἰσχύλ. Πρ. 927. πρβλ. Ἀγ. 1369· δ. ψηφίζεσθαι, Ξεν. Ἀπομν. 4. 4, 8· πρβλ. χωρίς. ΙΙ. πρόθ. μετὰ γεν., χωρίς, ἄνευ, Αἰσχύλ. Θήβ. 25. Ἀγ. 861· ἀνθρώπων δ. Σοφ. Φ. 31· οἶος Ἀτρειδῶν δ. ὁ αὐτ. Αἴ. 750· μόνη… φασγάνου δ. ὁ αὐτ. Τρ. 1063· ὡσαύτως, ἐκ πάντων δ. ὁ αὐτ. Ἀντ. 164. 2) διαφόρως, ἀνομοίως, οὐχὶ ὁμοίως, δ. ἄλλων Αἰσχύλ. Ἀγ. 757· σῆς δ. γνώμης λέγω Σοφ. Ἠλ. 547· [ὁ ἕτερος] δ. πέφυκε τοῦ ἑτέρου, εἶναι διάφορος…, Θουκ. 4. 61. 3) πόλεως δ., ὡς τὸ ἄνευ, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς πόλεως, Σοφ. Ο. Κ. 48, πρβλ. Αἴ. 768. 4) ἐκτός, πλήν, ὡς τὸ χωρίς, δ. γε Διός Αἰσχύλ. Πρ. 162· τῶν λελεγμένων δ. ὁ αὐτ. Χο. 778· ― ὡς πρόθ. συνήθως ἀκολουθεῖ τῷ πτωτικῷ, ἀλλὰ προηγεῖται αὐτοῦ ἐν Αἰσχύλ. Πρ. ἔνθ’ ἀνωτ., Σοφ. Φ. 195, 840, Αἴ. 768, Εὐρ. Ι. Τ. 185. ― Πρβλ. διχῆ, διχοῦ.

French (Bailly abrégé)

adv.
I. en deux : δίχα ἀριθμεῖν OD compter en faisant deux groupes ; δίχα πάντα δέδασται OD tout est partagé en deux ; δίχα πρίειν THC scier en deux ; δίχα ποιεῖν XÉN partager en deux, séparer;
II. différemment : τό τ’ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα ESCHL commander et être esclave sont choses bien différentes ; ἐγίνοντο δίχα αἱ γνῶμαι HDT les avis se partageaient ; avec un gén. séparément, différemment de;
III. p. ext. séparément : δίχα οἰκεῖν SOPH habiter à part ; avec un gén. séparément de, d’où
1 sans : οἶος Ἀτρειδῶν δίχα SOPH seul sans les Atrides;
2 sans l’assentiment de : πόλεως SOPH de la cité;
3 excepté.
Étymologie: R. Δι, p. ΔϜι, cf. δύο, δίς.

English (Autenrieth)

in two (parts), twofold; met., ‘in doubt,’ ‘at variance,’ δίχα μερμηρίζειν, θῦμὸν ἔχειν, βάζειν, etc.

English (Slater)

δῐχα
   a apart (Βάττος) πρυμνοῖς ἀγορᾶς ἔπι δίχα κεῖται θανών i. e. apart from the other dead kings (P. 5.93)
   b divided, in doubt c. inf. δίχα μοι νόος ἀτρέκειαν εἰπεῖν fr. 213. 4.

Spanish (DGE)

(δίχᾰ)
• Prosodia: [-ῐ-]
I adv.
1 en dos partes δ. δέ σφισι πάντα δέδασται Od.15.412, τὰ δὲ πλευροκοπῶν δ. ἀνερρήγνυ S.Ai.236, κεραίαν ... δ. πρίσαντες Th.4.100, πόρις ... δ. una ternera en canal E.Ba.738, τέμνε ... δ. Pl.Sph.265e, εἰ διαπρισθείη δ. (τὰ δόρατα) Ar.Pax 1262, τὸ (ὄρος) ... δ. ... διέστη Call.Iou.31, δ. μοι τὸ θερίστριον ἤδη ἔσχισται ya se me ha rasgado el chal en dos partes Theoc.15.69.
2 ref. a facultades anímicas en dos, en dos sentidos δ. θυμὸν ἔχοντες con el corazón dividido en dos, Il.20.32, cf. 21.386, Q.S.12.162, expresando vacilación o duda δ. θυμὸς ... μερμηρίζει Od.16.73, cf. 19.524, δ. δέ σφισιν ἥνδανε βουλή Il.18.510
c. verb. que significan ‘hablar’ o ‘pensar’ de dos maneras diferentes βάζομεν Od.3.127, δ. μοι τὰ νοήματα Sapph.51 (ap. crít.), cf. Thgn.91, Pi.Fr.213.4, Aristaen.1.6.12, ἐγίνοντο δ. αἱ γνῶμαι Hdt.6.109, δόξα δ' ἐχώρει δίχ' E.Hec.117, ἁρμονία ... δ. φρονέοντων συμφρόνησις Philol.B 10, ὡς μὴ δ. λόγω κινέεσθαι Ti.Locr.104b.
3 geom. aritmética en dos partes iguales τὸν ἀριθμὸν ... δ. διελάβομεν Pl.Tht.147e, ἑκάστην ... τῶν ... πλευρῶν δ. τέμνων Antipho Soph.B 13, τὴν ... γωνίαν ... δ. τεμεῖν Euc.1.9, cf. Archim.Sph.Cyl.1.3, en v. pas. γραμμὴ δ. τετμημένη Pl.R.509d, διαιρεῖν Plb.3.92.1, 7.4.2.
4 en dos grupos o bandos δ. ... ἑταίρους ἠρίθμεον dividí en dos grupos a mis compañeros, Od.10.203, cf. A.R.2.36, 4.501, αἱ παρθένοι ... δ. διαστᾶσαι Hdt.4.180, ὅτι δ. πέφυκε (ἡ Σικελία) porque Sicilia está dividida en dos bandos Th.4.61, δ. ... τὴν δύναμιν λαβεῖν Th.6.10, δ. γε ὄντας ἡμᾶς Th.1.122, τῶν ἄλλων ... δ. ἐψηφισμένων Th.1.40, δ. τὸ στράτευμα ποιεῖν X.An.6.4.11, cf. Mem.4.4.8, ἐὰν δ. ἡ ἐκκλησία γένηται Arist.Pol.1318a40, αἱ δ' ... παρθενικαὶ δ. ... ἀθύρουσιν las muchachas juegan en dos grupos A.R.4.948
por separado μαθήσεται ὅσον τό τ' ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δ. aprenderá cuán diferente es el mandar y el ser esclavo A.Pr.927, ἔνθα ... δ. κεῖται θανών allí, aparte, yace muerto Pi.P.5.93, οἰκεῖν δ. S.OC 602, δίχ' ἕκαστα φορεύμενα Νείκεος ἔχθει llevados cada uno por separado por la inquina de Odio Emp.B 17.8, δ. δὲ γλωχῖνες ἔχουσιν ἀμφίδυμοι μέγα πεῖσμα λινόστροφον ambas puntas por separado sostienen un fuerte cable de lino retorcido en un anzuelo, Opp.H.3.286.
II prep. de gen., a veces en anástrofe
1 lejos de δίχ' ἀνθρώπων Hes.Op.167, δ. τῶν (πυρός, ὕδατος καὶ γαίας) Emp.B 17.19, cf. A.Th.25, ἄρσενος δ. A.A.861, cf. S.Ph.31, Ai.750, ἐσῆγεν ἔσω ταύρους δ. θηλειάων Theoc.25.107, Σατύρων δ. Nonn.D.20.33.
2 sin φασγάνου δ. S.Tr.1063, θυμοῦ δ. sin enfado Ar.Fr.489, δ. τῶνδ' ἀείδειν Call.Fr.228.1, δ. προόδου sin escolta Plb.8.17.10 (cj.), δ. μώμου ID 2548.5 (I a.C.), δ. <πόνου> sin esfuerzo D.H.7.19, δ. τέλους IHistriae 68.25 (I d.C.), δ. πάσης παρεκβάσεως 1Ep.Clem.20.3, δ. τοῦ πόρου τοῦ ἐκ τοῦ δημοσίου sin utilizar los fondos públicos, MAMA 6.180.9 (Apamea II d.C.), δ. γνώμης ἐμῆς καὶ συνκαταθέσε[ω] ς PFlor.58.8 (III d.C.), δ. πραγμάτων sin dificultades Iul.Or.7.212a, δ. λέκτρων Nonn.D.29.261, βελέων δ. Nonn.D.10.199, δ. πάσης ἀγνωμοσύνης sin ninguna molestia, PMich.607.23 (VI d.C.), δ. τινὸ[ς ὑ] περθέσε[ω] ς sin demora alguna, POxy.4350.14 (VI d.C.).
3 sin contar con, contra δ. δ' ἄλλων μονόφρων εἰμί A.A.757, σῆς δ. γνώμης λέγω S.El.547, πόλεως δ. S.OC 48, δ. κείνων (τῶν θεῶν) S.Ai.768.
4 excepto, salvo δ. γε Διός A.Pr.163
aparte de τὸ γὰρ τοπάζειν τοῦ σαφ' εἰδέναι δ. A.A.1369, ἔχεις τι τῶν λελεγμένων δ.; A.Ch.778.

• Etimología: Deriv. de *δϝι(σ)-, cf. δίς.

Greek Monolingual

δίχα (AM) δις
(πρόθεση) (με γεν.) χωρίς (α. «δίχα θορύβου και βοῆς» β. «ἀνθρώπων δίχα» — χωρίς ανθρώπους
γ. «μόνη, φασγάνου δίχα» — μόνη, χωρίς ξίφος)
αρχ.
Ι. επίρρ.
1. σε δύο μέρη, χωριστά (α. «πλευροκοπῶν δίχα ἀνερρήγνυ» — χτυπώντας στα πλευρά, έκοβε [τα πρόβατα] σε δύο κομμάτια
β. «δίχα πάντα δέδασται» — έχουν χωριστεί σε δύο μέρη)
2. κατά δύο τρόπους (α. «δίχα θυμὸς ἐν φρεσὶ μερμήριξε» — η ψυχή του αμφιταλαντεύθηκε ανάμεσα σε δύο εκδοχές
β. «δόξα δ' ἐχώρει δίχα» — υπήρχαν δύο διαφορετικές γνώμες)
3. διαφορετικά («μαθήσεται ὅσον τ' ἄρχειν καὶ δουλεύειν δίχα» — θα μάθει πόσο διαφορετικό είναι το να ασκεί κανείς εξουσία ή να υποτάσσεται)
II. (πρόθ. με γεν.)
1. διαφορετικά, ανόμοια («σῆς δίχα γνώμης λέγω» — εκφράζω διαφορετική άποψη από τη δική σου)
2. άνευ, χωρίς («πόλεως δίχα» — χωρίς τη γνώμη τών πολιτών)
3. εκτός, πληνδίχα γε Διός»).

Greek Monotonic

δίχᾰ: [ῐ] (δίς),·
I. 1. επίρρ., στα δύο, χωριστά, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· γενικά, ξεχωριστά, μακριά, σε απόσταση, σε Ηρόδ. κ.λπ.
2. μεταφ., με δύο τρόπους, στα δύο, σε διαφωνία ή σε αμφιβολία, σε Όμηρ. κ.λπ.
II. 1. πρόθ., με γεν., χωρίς, άνευ, σε Αισχύλ., Σοφ.· διαφορετικά από, ανόμοια, στον ίδ.· τοῦ ἑτέρου, διαφορετικός από τον άλλο, σε Θουκ.
2. πόλεως δ., ενάντια, παρά τη θέλησή της, σε Σοφ.
3. εκτός, χώρια, ξέχωρα από, όπως το χωρίς, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

δίχᾰ:
I (ῐ) adv.
1) надвое, пополам (ἀριθμεῖν τινας Hom.; πρίειν Thuc.; τέμνειν Plat. или ποιεῖν τι Xen.; διαίρειν и διῃρῆσθαι Arst.): ἐὰν δ. ἡ ἐκκλησία γένηται Arst. если голоса собрания разделятся поровну;
2) двояко, различно, по-разному: δ. θυμὸν ἔχειν Hom. быть в разладе; ἐγίνοντο δ. αἱ γνῶμαι Her. мнения разделились; τό τ᾽ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δ. Aesch. повелевать и служить - вещи разные: δ. φρεσὶ μερμηρίζειν Hom. колебаться в душе;
3) отдельно, врозь (διαστᾶσαι πρὸς ἀλλήλους Her.; οἰκεῖν Soph.).
II (ῐ) в знач. praep. cum gen.
1) отлично (от), несходно (с), вразрез (с) (ἄλλων Aesch.): σῆς δ. γνώμης λέγω Soph. я говорю не по-твоему;
2) без (φάους Aesch.; ἀνθρώπων Soph.);
3) без ведома, без согласия (πόλεως Soph.);
4) помимо, кроме (τίς δ. Διός; Aesch.);
5) вдали, отдельно от (ταῦροι δ. θηλειάων Theocr.).

Frisk Etymological English

διχθά See also: s. δίς.

Middle Liddell

adverbadverb adverb [δίς]
I. adv. in two, asunder, Od., etc.:—generally, apart, aloof, Hdt., etc.
2. metaph. in two ways, at variance or in doubt, Hom., etc.
II. prep. with gen. apart from, Aesch., Soph.:— differently from, unlike, Soph.; τοῦ ἑτέρου from the other, Thuc.
2. πόλεως δ. against the will of, Soph.
3. besides, except, like χωρίς, Aesch.

Frisk Etymology German

δίχα: {díkha}
Forms: διχθά usw.
See also: s. δίς.
Page 1,401