αἰτῶ δ' ὑγίειαν πρῶτον, εἶτ' εὐπραξίαν, τρίτον δὲ χαίρειν, εἶτ' ὀφείλειν μηδενί → first health, good fortune next, and third rejoicing; last, to owe nought to any man
[Seite 524] mit dem spiritus asper versehen, Eustath.
δασύτονος: ὁ ἔχων δασὺ πνεῦμα. Εὐστάθ.
δασύτονος, -ον (Μ)
αυτός που έχει δασύ πνεύμα, που φέρει δασεία.