Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεκαήμερος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που διαρκεί δέκα μέρες
2. το ουδ. ως ουσ. χρονικό διάστημα δέκα ημερών
3. το ουδ. ως ουσ. Το Δεκαήμερον
τίτλος έργου του Βοκκάκιου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + -ημερος < ημέρα. Το ουδ. δεκαήμερον μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].