Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονικό

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

το / χρονικόν, ΝΜΑ
αφήγηση, απλώς, ιστορικών γεγονότων με χρονολογική σειρά
νεοελλ.
1. (στη δημοσιογρ.) σύντομο σχολιασμένο ρεπορτάζ για γεγονότα της επικαιρότητας («το χρονικό της ημέρας»)
2. στον πληθ. τα χρονικά
περιοδική έκδοση εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή άλλου ιδρύματος, με αναλύσεις, άρθρα και άλλες αναφορές για τις δραστηριότητες του («κυκλοφόρησαν τα χρονικά του Λυκείου τών Ελληνίδων»)
3. φρ. «αστρονομικά χρονικά»
αστρον. συλλογές παρατηρήσεων από έτος σε έτος, τις οποίες οι επερχόμενες γενιές πλουτίζουν με νέες ανακαλύψεις
νεοελλ.
φρ. «Πάριο χρονικό» — βλ. Πάριος
νεοελλ.-μσν.
φρ. α) «Χρονικόν του Μορέως» — έμμετρο χρονικό, στο οποίο ο άγνωστος συγγραφέας του αφηγείται την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και το οποίο αποτελεί αξιόλογη πηγή πληροφοριών για την περίοδο της φραγκοκρατίας
β) «Πασχάλιον χρονικόν»
(βυζ. φιλολ.) βλ. πασχάλιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του επιθ. χρονικός.