Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δενδροφυής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δενδροφῠής Medium diacritics: δενδροφυής Low diacritics: δενδροφυής Capitals: ΔΕΝΔΡΟΦΥΗΣ
Transliteration A: dendrophyḗs Transliteration B: dendrophyēs Transliteration C: dendrofyis Beta Code: dendrofuh/s

English (LSJ)

ές,

   A tree-like, Lyr.Adesp.84.7.

Greek (Liddell-Scott)

δενδροφυής: -ές, ὡς δένδρον αὐξηθείς, Πίνδ. (Ὠριγ. 16, 3127. Migne).

Spanish (DGE)

-ές
que es como un árbol δενδροφυεῖς ἀναβλαστάνοντες de los Coribantes Lyr.Adesp.67(b).7, cf. Hippol.Haer.5.7.4.

Greek Monolingual

δενδροφυής (-ούς), -ές (Α)
αυτός που μεγαλώνει σαν δένδρο, που μοιάζει με δένδρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον + -φυής < φυή ή φύος < φύομαι].