Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάβαση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM διάβασις) διαβαίνω
1. δίοδος, πέρασμα
2. τόπος διάβασης, πόρος, ατραπός
αρχ.
1. το μέσον με το οποίο γίνεται δυνατή η διάβαση, η γέφυρα
2. πορθμείο
3. η αλλαγή τών εποχών του έτους
4. ανάπαυλα κατά την απαγγελία
5. η μεταβατική ενέργεια του ρήματος.