Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαβαίνω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: διαβαίνω Medium diacritics: διαβαίνω Low diacritics: διαβαίνω Capitals: ΔΙΑΒΑΙΝΩ
Transliteration A: diabaínō Transliteration B: diabainō Transliteration C: diavaino Beta Code: diabai/nw

English (LSJ)

fut. -βήσομαι: aor. -έβην, Aeol. part.

   A ζάβαις Alc.Supp. 7.3:    I intr., stride, walk or stand with legs apart, εὖ διαβάς, of a man planting himself firmly for fighting, Il.12.458, Tyrt.11.21; ὡδὶ διαβάς Ar.V.688; τοσόνδε βῆμα διαβεβηκότος Id.Eq.77; opp. συμβεβηκώς, X.Eq.1.14; πόδας μὴ -βεβῶτας Hp.Art.43, cf. D.S.4.76; κολοσσοὶ -βεβηκότες Plu.2.779f; simply, spacious, δόμοι Corn.ND 15: metaph., μεγάλα δ. ἐπί τινα to go with huge strides against... Luc. Anach.32; ὀνόματα -βεβηκότα εἰς πλάτος great straddling words, D.H. Comp.22; [ποὺς] -βεβηκώς with a mighty stride, ib.17: c. acc. cogn., αἱ ἁρμονίαι διαβεβήκασι εὐμεγέθεις διαβάσεις ib.20; also ἐξερείσματα χρόνων πρὸς ἑδραῖον -βεβηκότα μέγεθος Longin.40.4.    II c. acc., step across, pass over, τάφρον Il.12.50; πόρον' Ωκεανοῖο Hes. Th.292, cf. A. Pers.865 (lyr.); Ἀχέροντα Alc. l.c.; ποταμόν Hdt.1.75, etc., cf. 7.35; also διὰ ποταμοῦ X.An.4.8.2.    2 abs. (θάλασσαν or ποταμόν being omitted), cross over, Ἤλιδ' ἐς εὐρύχορον διαβήμεναι Od.4.635; <ἐς> τήνδε τὴν ἤπειρον Hdt.4.118; πλοίῳ Id.1.186, cf. Th.1.114, Pl.Phdr. 229c, etc.: metaph., τῷ λόγῳ διέβαινε ἐς Εὐρυβιάδεα he went over to him, Hdt.8.62; δ. ἐπὶ τὰ μείζω Arr.Epict.1.18.18.    b πόθεν… διαβέβηκε τὸ ἀργύριον from what sources the money has mounted up, Plu.2.829e.    3 bestride, AP5.54 (Diosc.).    4 decide, δίκας SIG426.7 (Teos, iii B. C.).    5 come home to, affect, εἴς τινα Diog. Oen.2, Steph. in Rh.281.5.

Greek (Liddell-Scott)

διαβαίνω: μέλλ. -βήσομαι. Ι. κάμνω βῆμα, διασκελίζω, περιπατῶ ἢ ἵσταμαι ἔχων τὰ σκέλη διεστηκότα, Λατ. divaricari, εὖ διαβάς, καλῶς στηριχθεὶς ἐπὶ τῶν ποδῶν αὑτοῦ διεστώτων, Ἰλ. Μ. 458, πρβλ. Τυρταῖ. 7.21· ὧδε διαβὰς Ἀριστοφ. Σφηξ. 688· τοσόνδε βῆμα διαβεβηκότος ὁ αύτ. Ἱππ. 77· ἀντίθ. τῷ συμβεβηκώς, Ξεν. Ἱππ. 1, 14· πόδας μὴ διαβεβῶτας Ἱππ. Ἄρθρ. 808· κολοσσοὶ διαβεβηκότες Πλούτ. Ἠθ. 779Ε. κολοσσοὶ ἔχοντες τὰ σκέλη ἀνοικτά·- μεταφ. , μεγάλα δ. ἐπί τινα, πορεύομαι μὲ μεγάλα βήματα ἐναντίον τινός…, Λουκ. Ἀναχ. 32· ὀνόματα διαβεβηκότα, μεγάλαι, μακραὶ λέξεις, Διον. Ἁλ. π. Συνθέσ. 22· ἴδε συμβαίνω ἐν ἀρχ. καὶ πρβλ. διαβήτης. ΙΙ. βαίνω ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἕτερον, διέρχομαι ὑπερβαίνω, τάφρον, Ἰλ. Μ. 50· πόρον Ὠκεανοῖο Ἡσ. Θ. 292, πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 864· τὸν ποταμὸν Ἡρόδ. 1. 75, κτλ., πρβλ. 4. 88., 7. 35· ὡσαύτως, διὰ ποταμοῦ, Ξεν. Ἀν. 4. 8, 2. 2) ἀπολ. (παραλειπομένου τοῦ θάλασσαν ἢ ποταμόν), διέρχομαι, ὡς τὸ Λατ. trajicere, Ἤλιδ’ ἐς εὐρύχορον διαβήμεναι Ὀδ. Δ. 635· ἐς τήνδε τὴν ἤπειρον Ἡρόδ. 4. 118· πλοίῳ ὁ αὐτ. 1. 186·καὶ συχν. παρ’Ἀττ., ὡς Θουκ. 1. 114· μεταφ., τῷ λόγῳ διέβαινε ἐς Εὐρεβιάδεα Ἡρόδ. 8. 62.

French (Bailly abrégé)

f. διαβήσομαι, ao.2 διέβην, pf. διαβέβηκα;
1 avoir les jambes écartées : εὖ διαβάς IL fermement posé les jambes écartées;
2 traverser, franchir : τάφρον un fossé ; ποταμόν un fleuve ; abs. franchir la mer ou traverser un fleuve ; ἐς Ἤλιδα διαβήμεναι OD traverser la mer pour aller en Élide.
Étymologie: διά, βαίνω.

English (Autenrieth)

inf. διαβαινέμεν, aor. 2 διέβην, inf. διαβήμεναι, part. διαβάς: step apart (of the position of the legs, see βαίνω); εὖ διαβάς, ‘planting himself firmly,’ Il. 12.458; go through, cross, τάφρον, Il. 12.50; εἰς Ἤλιδα, Od. 4.635.

English (Slater)

διαβαίνω
   1 cross Πάρου ἐν γυάλοις ἕσσατο ἄνακτι βωμὸν πέραν ἰσθμὸν διαβαίς (sc. Ἡρακλέης) fr. 140a. 65 (39).

Spanish (DGE)

• Morfología: [aor. imperat. 2a pers. διάβα PFay.110.15 (I d.C.), ép. inf. διαβήμεναι Od.4.635, lesb. part. nom. sg. masc. ζάβαις Alc.38a.3, dór. διαβαίς Pi.Fr.140a.65, tard. en v. pas. fem. διαβαθεῖσα Gr.Naz.M.36.592D]
A intr. y a veces c. ac. int.
I no indic. traslación
1 adelantar un pie, abrir las piernas de una zancada, en actitud belicosa plantarse a pie firme de guerreros εὖ διαβάς Il.12.458, Tyrt.6.31, 7.21, 8.16, cf. Thgn.1006, Ar.V.688, X.Eq.1.14, A.R.1.1199, 3.1294, Opp.C.2.477, de púgiles, X.Cyn.10.12, Ael.VH 4.15, τοσόνδε δ' αὐτοῦ βῆμα διαβεβηκότος él, plantado con una zancada así de grande Ar.Eq.77, en representaciones artísticas οἱ κολοσσοὶ ... διαβεβηκότες σφόδρα Plu.2.779f, en la marcha de los animales, Arist.IA 709a21
fig. apoyarse firmemente, basarse διαβεβηκόσι δυνάμει ψυχῆς Gr.Thaum.Pan.Or.3.15.
2 abrir, separar las piernas para reducciones traumatológicas προσδῆσαι μὲν τοὺς πόδας ... μὴ διαβεβῶτας Hp.Art.43, cf. D.S.4.76, en la equitación, dicho del jinete εἰ ὀρθὸς ἂν διαβεβηκὼς εἴη τοῖν σκελοῖν X.Eq.7.5, en el acto sexual, de la elefanta, Arist.HA 540a22
c. juego de palabras abrirse de piernas ἐπὶ τῶν κελήτων διαβεβήκασ' ὄρθριαι de madrugada ellas cabalgan sobre corceles Ar.Lys.60.
3 fig. ser abierto, amplio, extenso δόμοι Corn.ND 15, ὀνόματα διαβεβηκότα εἰς πλάτος palabras despatarradas en una gran extensión, e.e. muy largas D.H.Comp.22.3, cf. Longin.40.4, ποὺς διαβεβηκὼς ἐπὶ πολύ pie métrico de gran longitud ref. al moloso, D.H.Comp.17.8, τοῦ διαβήτου ... ἐπὶ τὸ ἄκρον αὐτῆς διαβαίνοντος con el compás abierto hasta el extremo de la misma Gr.Nyss.Ep.25.8
rét., de palabras, y de pies métricos c. ac. int. abarcar διαβεβήκασιν αἱ τῶν ὀνομάτων ἁρμονίαι διαβάσεις εὐμεγέθεις las junturas de palabras abarcan intervalos considerables D.H.Comp.20.13.
II indic. traslación a un punto
1 cruzar c. ac. de direcc. y n. de lugar c. prep. εἰς, πρός, ἐπί cruzar una extensión (esp. acuática) hasta, pasar a Ἤλιδ' ἐς εὐρύχορον διαβήμεναι Od.4.635, ἐς Εὔβοιαν Th.1.114, κυθηροδίκης ἀρχὴ ἐκ τῆς Σπάρτης διέβαινεν αὐτόσε κατὰ ἔτος Th.4.53, πόλεμος ξενικὸς διαβέβηκεν εἰς τὴν νῆσον Arist.Pol.1272b21, cf. PLille 6.3 (III a.C.), Act.Ap.16.9
esp. ref. al paso entre ambos continentes: hacia Europa διαβέβηκε εἰς τὴνδε τὴν ἤπειρον ref. los persas, Hdt.4.118, εἰς τὴν Εὐρώπην Isoc.4.117, cf. 104, X.HG 4.3.15, Plb.18.47.2, οἱ ... στρατιῶται οἱ διαβάντες ... εἰς τοὺς κατὰ Χερρόνησον καὶ Θράικην τόπους OGI 330.2 (Misia II a.C.), hacia Asia διέβα ... Φρυγῶν πρὸς ... γύας E.Andr.1044, εἰς, ἐπὶ (τὴν) Ἀσίαν Isoc.5.62, cf. 4.164, Th.8.14, Pl.Alc.1.105c
c. misiones políticas en época romana, esp. de autoridades que pasan a Asia πρεσβευταὶ εἰς Ἀσίαν διαβάντες OGI 436.10 (Frigia II a.C.), cf. IMSipylos 3.4 (I a.C.), IMylasa 109.15 (I a.C.), τοὺς τῶν Ῥωμαίων στρατηγοὺς ἐπὶ τὴν Ἀσίαν διαβεβηκότας Memn.18.6, simpl. οἱ διαβαίνοντες ... ὕπατοι CRIA 6.8 (I d.C.), en la locución ὡς βασιλέα δ. pasar a Asia, a la corte del rey de Persia Th.2.67, c. prep. y ac. de pers. οἱ διαβάντες κατὰ συμμαχίαν πρὸς βασιλέα Εὐμένη los que pasaron (a Asia) de acuerdo con la alianza para auxiliar al rey Éumenes, IP 64.4 (II a.C.), cf. Eu.Luc.16.26
c. ἐπί y ac. de pers. cruzar contra, atacar ἐπ' αὐτούς Luc.Anach.32, cf. Plu.2.174e, Lyd.Mag.3.67
cruzar por διὰ οὗ (ποταμοῦ) X.An.4.8.2, εἰς τὸ μέσον διέβη pasó por en medio (de los átomos de Epicuro), dicho de un personaje exageradamente delgado AP 11.93 (Lucill.)
abs. pasar un río u otra extensión acuática, X.An.4.3.3, 7, c. instrum. πλοίῳ διαβαίνειν Hdt.1.186, en contexto incompleto διέβα ταναοῖς ποσί Alcm.3.70, de doncellas que cruzan tal vez ríos, Call.Fr.384.33, 34 (en tm.)
tb. en v. med. πρὸς τὸ τῆς Ἄγρας διαβαίνεσθαι cruzar el río en dirección al templo de (Ártemis) Agra Pl.Phdr.229c.
2 de inanimados y abstr. pasar, extenderse, llegar a εἰς πλείονας διαβέβηκε τὰ βοηθήματα Diog.Oen.3.5.9
dicho de las palabras referirse τῷ λόγῳ διαβαίνειν ἐς Εὐρυβιάδην hacer referencia de palabra a Euribíades Hdt.8.62, διαβαίνειν ... ἐπὶ τὰ μείζω pasar a cosas más importantes Arr.Epict.1.18.18, cf. Steph.in Rh.281
del sonido pasar, cambiar διαβαίνουσα (φωνή) ... ἵστησιν αὑτὴν ἐπὶ μιᾶς τάσεως (la voz) al cambiar se coloca sobre una sola nota Aristox.Harm.13.16
gener. de conceptos, abstr.: pasar de un género a otro, Arist.APo.84b17, cf. Origenes Cels.8.22, Eus.VC 1.19.1
c. suj. humano ἐξ ἱεροῦ διαβαίνεις εἰς ἱερόν pasas de una cosa santa a otra también santa Aen.Gaz.Ep.21.
3 abogar por, defender c. περί y gen. περὶ ἰδίου πράγματος διαβαίνων καὶ ἡμῖν ἔσει μεγάλως κεχαρισμένως al tiempo que defiendes tus intereses nos harás también a nosotros un gran favor, UPZ 64.12 (II a.C.).
III indic. simple traslación y origen
1 avanzar ἐπὶ τὸν ὕστατον αὐτοῦ τῆς ζωῆς διαβησόμεθα χρόνον Eus.VC 4.39.3
en part. perf. avanzado, fig. perfeccionado λόγος ... δεόμενος σοφοῦ ... καὶ ἐπὶ πλεῖον διαβεβηκότος doctrina que necesita de un sabio y muy avanzado Origenes Cels.7.32, διαβεβηκόσι ... ἀθληταῖς Origenes Or.29.2
continuar bien, ir por buen camino ἂν διαβῇ τὰ ἐκεῖ πολλά BGU 816.9 (III d.C.).
2 salir ἀναγνῶναι ... πόθεν ... διαβέβηκε τὸ ἀργύριον conocer de dónde ha salido el dinero Plu.2.829e.
B tr., c. mov. de traslación
1 cruzar, atravesar, salvar obstáculos τάφρον Il.12.50, Th.3.22, X.An.6.5.2, πέραν ἰσθμὸν διαβαίς Pi.l.c., τὴν Ἐλωρίνην ὁδόν Th.6.66, τὰ ὅρια X.Cyr.2.1.1, τὴν τετράγωνον πλευράν Vett.Val.128.32
esp. sobre extensiones acuáticas: pasos o vados, puentes πόρον Ὠκεανοῖο Hes.Th.292, cf. A.Pers.865, τὸν καθ' Ἡρακλείους στήλας πόρον Plb.3.39.4, cf. LXX Ge.32.23, τὴν γέφυραν Th.4.103, Plb.4.71.4, esp. ríos, Hdt.1.75, Th.2.5, Pl.Lg.892d, Phdr.242a, Plb.5.104.1, LXX Ge.31.21, IPr.37.170 (II a.C.), AP 11.405.5 (Luc.), Babr.40.1, Ἀχέροντα Alc.l.c., cf. E.Alc.902, Pl.R.621c, ὠκυρόαν ... Ἀξιόν E.Ba.569, τὸν Ἀχελῷον Th.3.106, cf. Call.Cer.13, τὸν Ἴβηρα ποταμόν Plb.2.13.7, 3.15.5, τοὺς λιμένας Pl.Criti.117d, τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν Ep.Hebr.11.29, cf. Anon.Hist.151.1.2, τὸν Εὐφράτην ποταμὸν καὶ τὴν Μεσοποταμίαν καὶ Βαβυλωνίαν ... ἕως Βακτριανῆς IAxoum 276.17 (Adulis III a.C.)
fig. διαβὰς βυρσῶν ὀσμὰς ... κἀπειλὰς βορβοροθύμους Ar.Pax 753.
2 erót. montar, cabalgar μέσον διαβᾶσά με ποσσὶν ἤνυεν ἀκλινέως τὸν Κύπριδος δόλιχον montándome con sus piernas recorrió sin desmayo la carrera de Cipris, AP 5.55 (Diosc.).
3 sobrepasar, trascender νῷ ... ἀγγελικὴν φύσιν Thdt.M.81.116C, cf. Eus.DE 1.8.
4 visitar τὴν σὴν ἑστίαν Stud.Pal.1.p.8.3.6 (V d.C.)
en v. pas. διαβαθεῖσα κλίμαξ escalera (muy) transitada Gr.Naz.M.36.592D.

English (Strong)

from διά and the base of βάσις; to cross: come over, pass (through).

English (Thayer)

2nd aorist διέβην, infinitive διαβῆναι, participle διαβάς; as in Greek writings from Homer down; (Pliny, pertranseo); to pass through, cross over;
a. transitively: τήν θάλασσαν ὡς διά ξηρᾶς, πρός τινα, εἰς with the accusative of place, עָבַר, 1 Samuel 13:7).

Greek Monolingual

(AM διαβαίνω)
Ι. (μτθ. με αιτ.)
1. περνώ από κάποιον τόπο, διασχίζω
2. περνώ από το ένα μέρος στο άλλο
3. φρ. «διέβη τον Ρουβίκωνα» — με αποφασιστικότητα επιχείρησε κάτι παράτολμο
II. (αμτβ.)
1. διέρχομαι, κυλώ, περνώ
2. παρέρχομαι, περνώ, παύω να υπάρχω
νεοελλ.
1. (για ποσό ή ηλικία) υπερβαίνω, ξεπερνώ
2. στρ. διάβαινε
εντολή φρουρού που επιτρέπει τη διάβαση σε διερχόμενο άτομο
αρχ.
1. διασκελίζω
2. (απολύτως, κατά παράλειψη του θάλασσαν ή ποταμόν) διέρχομαι, περνώ
3. ιππεύω.

Greek Monotonic

διαβαίνω: μέλ. -βήσομαι, αόρ. βʹ -έβην, παρακ. -βέβηκα·
I. βηματίζω, διασκελίζω, περπατώ ή στέκομαι με τα πόδια σε διάσταση· εὖ διαβάς, για έναν άντρα που τοποθετεί σταθερά τα πόδια του για μάχη, σε Ομήρ. Ιλ.
II. με αιτ., περνώ απέναντι, περνώ πάνω από χαντάκι ή ποτάμι, στο ίδ.
2. απόλ. (το θάλασσαν ή ποταμόν παραλείπεται), διέρχομαι, Λατ. trajicere, ἐς Ἤλιδα, σε Ομήρ. Οδ.· πλοίῳ διαβῆναι, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

διαβαίνω: (fut. διαβήσομαι, aor. 2 διέβην, pf. διαβέβηκα)
1) широко расставлять ноги (ἐκκλίνειν καὶ διαβεβηκέναι Arst.; κολοσσοὶ διαβεβηκότες Plut.): εὦ διαβάς Hom. прочно упершись (в землю) расставленными ногами; μεγάλα δ. Arst.; Luc. широко шагать;
2) переходить (τάφρον Hom.; ἐπὶ κλίνην ἀπὸ κλίνης Plut.; перен. διαβῆναι ἐξ ἄλλου γένους εἰς ἄλλο Arst.);
3) пересекать, переплывать (ποταμόν Her., Xen., Plut. и διὰ ποταμοῦ Xen.; τὸν Εὐρώταν Plut.);
4) переправляться, переезжать (ἐς Ἥλιδα διαβήμεναι Hom.; ἄνευ γεφυρῶν Xen.; εἰς τὴν νῆσον Arst.; εἰς Ἀσίαν ἐξ Εὐρώπης Plut.; πρὸς τὸ τῆς Ἄγρας, sc. ἱερόν Plat.);
5) обращаться (τῷ λόγῳ ἔς τινα Her.);
6) превосходить, превышать (τῇ δυνάμει τοῦ λόγου Plut.).

Middle Liddell

fut. -βήσομαι aor2 -έβην perf. -βέβηκα
I. to make a stride, walk or stand with the legs apart, εὖ διαβάς of a man planting himself firmly for fighting, Il.
II. c. acc. to step across, pass over a ditch or river, Il.
2. absol. (θάλασσαν or ποταμόν being omitted), to cross over, Lat. trajicere, ἐς Ἤλιδα Od.; πλοίῳ διαβῆναι Hdt., etc.

Chinese

原文音譯:diaba⋯nw 笛阿-白挪
詞類次數:動詞(3)
原文字根:經過-步 相當於: (עָבַר‎)
字義溯源:橫過,通過,經過,過,過去,過來;由(διά)*=通過)與(βάσις)=腳步)組成;而 (βάσις)出自(βαθύς)X*=行走)
出現次數:總共(3);路(1);徒(1);來(1)
譯字彙編
1) 他們經過(1) 來11:29;
2) 過到(1) 徒16:9;
3) 過(1) 路16:26