Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαμόρφωση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM διαμόρφωσις, -εως) διαμορφώνω
1. διάπλαση, σχηματισμός
νεοελλ.
1. διευθέτηση
2. ο τρόπος με τον οποίο έχει μορφοποιηθεί κάτιδιαμόρφωση του εδάφους»)
3. τελικός σχηματισμός, οριστική μορφή
αρχ.
σχήμα ή τρόπος έκφρασης, η διατύπωση.