Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάπλαση

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α διάπλασις, -εως) διαπλάσσω
1. διαμόρφωση, σχηματισμός, πλάσιμο
2. ο τρόπος με τον οποίο ένα σώμα είναι σχηματισμένο («σωματική διάπλαση»)
3. διαπαιδαγώγηση, αγωγή ανηλίκων
4. γεωλ. βασική λιθοστρωματική ενότητα που υποδιαιρείται σε βαθμίδες
5. (φυτογεωγρ.) φυτοκοινωνία που παρά τις διαφορές τών ειδών παρουσιάζει όμοιους βιολογικούς χαρακτήρες και ανάλογη φυσιογνωμία
αρχ.
αποκατάσταση μέλους του σώματος που έχει σπάσει ή ραγίσει.