Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διώρυγα

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η (AM διῶρυξ, ο, η)
μεγάλο τεχνητό αυλάκι συνήθως πλωτό για την παροχέτευση υδάτων ή την αποκατάσταση της συγκοινωνίας μεταξύ θαλασσών ή ποταμών, κανάλι
αρχ.
«κρυπτὴ διῶρυξ» — υπόγεια διάβαση.