Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ειμαρμένη

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (Α εἱμαρμένη)
η μοίρα, το πεπρωμένο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένο θηλυκό της μτχ. του παρακειμένου είμαρμαι του ρ. μείρομαι].