Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μείρομαι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: μείρομαι Medium diacritics: μείρομαι Low diacritics: μείρομαι Capitals: ΜΕΙΡΟΜΑΙ
Transliteration A: meíromai Transliteration B: meiromai Transliteration C: meiromai Beta Code: mei/romai

English (LSJ)

(A), Hes.Op.578 (ἀπο-), imper.

   A μείρεο Il.9.616; elsewh. in Hom. and Hes. only 3sg. ἔμμορε (which is prob. aor. (v. infr. II) and was so understood by later Ep. Poets, who have 2sg. ἔμμορες A.R.3.4; 3pl. ἔμμορον cited by EM335.24, ἐξ-έμμορον Nic.Th.791: but pf. 3pl. ἐμμόραντι· τετεύχασι Hsch.); we also have (as if from μορέω) fut. μορήσω EM335.23: pf. μεμόρηκα Nic.Al.213; for pass. forms v. infr. III:—receive as one's portion, with collat. notion of its being one's due: c. acc., καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς take half the honour as thy due, Il. l.c.; later, divide, ἀροτήσιον ὥρην τριπλόα μείρονται Arat. 1054.    II in form ἔμμορε (ἔμμορες, etc.), obtain one's share of, c. gen., οὔ ποθ' ὁμοίης ἔμμορε τιμῆς Il.1.278; πάντα δέδασται, ἕκαστος δ' ἔμμορε τιμῆς 15.189, cf. Od.11.338; θεῶν ἒξ ἔμμορε τιμῆς 5.335; ἔμμορέ τοι τιμῆς ὅς τ' ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῦ Hes.Op.347; ἐν δὲ διχοστασίῃ καὶ ὁ πάγκακος ἔμμορε τιμῆς Call.Fr.anon.373: later c. acc., A.R.3.208, Nic.Al.488.    2 c. part., like τυγχάνω, happen to be, νόημα… μεμόρηκε… ἐσφαλμένον ib.213.    III pf. Pass. εἵμαρται, inf. εἱμάρθαι B.13.1, App.BC2.4: impers., it is allotted, decreed by fate, εὖ εἱμάρθαι παρὰ δαίμονος B. l.c.: usu. c. acc. et inf., Pl.R.566a, Phdr.255b: freq. in plpf. εἵμαρτο it was decreed, νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι Il.21.281; ἐκ γὰρ τῆς εἵμαρτο… τέκνα γενέσθαι Hes.Th.894; εἰ… οὕτως εἵμαρτο πρᾶξαι D.18.195, etc.: freq. also in part., θεῶν εἱμαρμένα δῶρα Thgn.1033; τὰ δ' ἄλλα… σὺν θεοῖς εἱμαρμένα A.Ag.913; τοιαῦτα… πρὸς θεῶν εἱμ. S.Tr.169; χρόνος εἱμαρμένος Pl.Prt.320d, cf. Phd.113a; εἴπερ εἱμαρμένον εἴη Id.Mx.243e; ἡ εἱμαρμένη (sc. μοῖρα) destiny, Id.Phd.115a, Grg.512e, D. 18.205, etc.: later forms μέμορται Phot., Suid.: inf. μέμορθαι Aeol. acc. to Sch.Il.10.67, EM312.46: part. μεμορμένος, θάνατος, οἶκος, A.R.3.1130, Epigr.Gr.414.7 (Egypt); ἠρίον Alex.Aet.3.33; πότμος Lyc.430; κῆρες AP7.700 (Diod.); τὸ μ. Plu.Mar.39, Agath.1.1 (v.l. μεμαρμένον): Aeol. ἐμμόρμενον Alc.Supp.14.7: Dor. ἐμβρᾰμένα (q.v.); βεβρᾰμένων· εἱμαρμένων, Hsch.; μεμόρηται Man.6.13; μεμορημένος AP7.466 (Leon.); but μεμορημένον in Nic.Al.229 is from μορέω (q.v.); Dor. 3sg. μεμόρακται (as if from μοράζω) it receives a portion of, τινος Ti.Locr.95a.    IV μείρομαι as Pass., to be divided from, τινος Arat.657.
μείρομαι (B),

   A = ἱμείρομαι, c. gen., Nic.Th.402, Inscr.Perg.203.

Greek (Liddell-Scott)

μείρομαι: ἀποθ., ἐν χρήσει παρ’ Ὁμήρ. καὶ Ἡσιόδ. καὶ ἄλλοις, γ΄ ἑν. τοῦ πρκμ. ἔμμορε (ἴδε κατωτ. ΙΙ)· ἔμμορες παρ’ Ἀπολ. Ροδ. Γ. 4· γ΄ πληθ. ἐμμόραντι παρ’ Ἡσυχ.: ὁ τύπος οὗτος ἐξελαμβάνετο ὑπό μεταγενεστ. Ἐπικῶν ὡς ἀόρ., ὅθεν εὑρίσκομεν ἐξέμμορον ἐν Νικ. Θ. 791, ἔμμορον Ἀνών. παρὰ τῷ Μεγ. Ἐτυμ.: τύπος δέ τις μεμόρηκε ἀπαντᾷ ἐν Νικάνδρ. Ἀλεξιφ. 213· περὶ τοῦ παθ. πρκμ. ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. (Ἐκ τῆς ÖΜΕΡ παράγονται ὡσαύτως τὰ μέρος, μερίς, μερίζω, ἔμμορα, μόρος, μοῖρα, μόρα, μόρσιμος· πρβλ. Λατ. mer-eo, -eor, mer-enda, mer-etrix, καὶ πιθ. mer-x (mer-cis), mer-ces (-cedis) - ἅπαντα δὲ ἔχουσι τὴν κοινὴν ἔννοιαν τοῦ μερίζειν ὡς τὰ δαίω, δαίς, δαίτη. Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξύ τῆς ῥίζης ταύτης καὶ τῆς ῥίζης MΕΡ, ΜΑΡ, μερ-μηρίζω, μέριμνα, ἢ μετὰ τῆς ΜΕΡ, ΜΟΡ, μορτός, mors). Συμμερίζομαι, συμμετέχω, μετ’ αἰτ.· ἶσον ἐμοί βασίλευε, καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς Ἰλ. Ι. 616 (612): παρὰ μεταγεν., διαιρῶ, μοιράζω, Ἄρατ. 1054. ΙΙ. ἐν τῷ πρκμ., λαγχάνω, τυγχάνω, ἀξιοῦμαι, μετὰ γεν., ἐπεὶ οὒ ποθ’ ὁμοίης ἔμμορε τιμῆς σκηπτοῦχος βασιλεὺς Ἰλ. Α. 278· πάντα δέδασται, ἕκαστος δ’ ἔμμορε τιμῆς Ο. 189, πρβλ. Ὀδ. Λ. 337· (θεῶν ἐξέμμορε τιμῆς Ε. 335)· ἔμμορέ τι τιμῆς ὅς τ’ ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῦ Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 347· - παρὰ μεταγεν. μετ’αἰτ., Νικ. Ἀλ. 488, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 208· - μετὰ μετοχ., συμβαίνει νὰ εἶμαι..., Νικ. Ἀλ. 213. ΙΙΙ. παθ. πρκμ. εἵμαρται (ἴσως ἀντὶ σέσμαρται), ἀπροσ. εἶναι πεπρωμένον, ὡρισμένον ὑπὸ τῆς μοίρας, μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., Πλάτ. Πολ. 566Α, Φαῖδρ. 255Β· ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ ὑπερσυντ., εἵμαρτο, ἦτο πεπρωμένον, προωρισμένον, νῦν δέ με ἀργαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι Ἰλ. Φ. 281, Ὀδ. Ε. 312· ἐκ γὰρ τῆς εἵμαρτο... τέκνα γενέσθαι Ἡσ. Θ. 894· εἰ... οὕτως εἵμαρτο πρᾶξαι Δημ. 293· 10, κτλ. - συχν. ὡσαύτως κατὰ μετοχ., εἱμαρμένα δῶρα θεῶν Θέογν. 1027· τὰ δ’ ἄλλα... σὺν θεοῖς εἱμαρμένα Αἰσχύλ. Ἀγ. 913· τοιαῦτα... πρὸς θεῶν εἱμ. Σοφ. Τρ. 169· χρόνος εἱμαρμένος Πλάτ. Πρωτ. 320D, πρβλ. Φαίδωνα 113Α· εἱμαρμένον ἐστί, = εἵμαρται, ὁ αὐτ. ἐν Μενεξ. 243Ε· ― ὡσαύτως ἡ εἱμαρμένη (δηλ. μοῖρα), ὅ,τι δίδοται ἢ ἀπονέμεται εἴς τινα (ὡς τὸ πεπρωμένη ἐκ τοῦ πέπρωται, ἴδε ἐν λ. πορεῖν), ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 115Α, Γοργ. 512Ε, Δημ. 296. 19, κτλ.· ― παρὰ μεταγεν. εὑρίσκομεν ἱκανοὺς ἄλλους τύπους, μέμαρται, μεμαρμένος, Ἀγαθ. 12Α· ἀπαρ. μεμόρθαι Σχόλ. εἰς Ἰλ. Κ. 67· μετοχ. μεμορμένος Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1130, Συλλ. Ἐπιγρ. 4708· ὡσαύτως μεμόρηται (ὡς εἰ ἐκ ῥήματος μορέω), Μανέθων 6. 13· μεμορημένος, Ἀνθ. Π. 7. 286, Κλήμ. Ἀλ. 168· πυρὸς μεμορημένος αὐγαῖς, ἐκτεθειμένος εἰς..., Νικ. Ἀλεξιφ. 229· καὶ παρὰ Τιμ. Λοκρ. 95Α, Δωρ. γ΄ ἑνικ. μεμόρακται (ὡς εἰ ἐκ τοῦ μοράζω), μετέχει, τινος· πρβλ. μοιράω. IV. παρ’ Ἀράτ. 657, μείρομαι ὡς παθ., διαιροῦμαι, χωρίζομαι ἀπό τινος, μετὰ γεν.

French (Bailly abrégé)

seul. aux temps suiv.
I. prés. μείρομαι (impér. μείρεο) obtenir par le sort, obtenir en partage, acc.;
II. pf. Act. ἔμμορα (seul. 2ᵉ sg. ἔμμορες, et 3ᵉ sg. ἔμμορε) : avoir obtenu par le sort, d’où au sens du prés. avoir en partage, gén.;
III. pf. Pass.
1 3ᵉ sg. εἴμαρται (pqp. 3ᵉ sg. εἴμαρτο) il a été attribué par le sort, il a été ordonné par le destin, c’est l’arrêt du destin que, avec la prop. inf. ; part. εἰμαρμένος, η, ον, fixé par le destin ; ἡ εἰμαρμένη (μοῖρα) le sort fixé par le destin, le destin;
2 pf. formé postér. μέμορμαι, part. μεμορμένος, m. sign. que εἴμαρμαι et εἰμαρμένος (v. ci-dessus).
Étymologie: R. Μερ, partager, > μέρος, μόρος, μοῖρα ; lat. mereo, merx, merces ; rac. primit. probabl. Σμαρ, > ἔμμορα = *ἔσμορα ; εἴμαρμαι = *σέσμαρμαι > *ἔσμαρμαι, εἴμαρμαι.

English (Autenrieth)

(root μερ, μορ), ipf. 2 sing. μείρεο, perf. ἔμμορε, pass. plup. εἵμαρτο: cause to be divided, receive as a portion, ipf. w. acc., Il. 9.616; perf. w. gen., share, Il. 1.278, Il. 15.189, Od. 5.335; pass., εἵμαρτο, it was ordained, decreed by fate, Il. 21.281, Od. 5.312, Od. 24.34.

Greek Monolingual

(I)
(ΑM μείρομαι)
1. (στον παθ. παρακμ. και υπερσ. ως απρόσ.) εἵμαρται, εἵμαρτο
είναι πεπρωμένο, είναι (ήταν) ορισμένο από τη μοίρα («νῡν δὲ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι», Ομ. Ιλ.)
2. (το θηλ. μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) ἡ εἱμαρμένη
η μοίρα, το πεπρωμένο, το γραφτό
αρχ.
1. λαμβάνω το μερίδιο που μού ανήκει, συμμετέχω σε κάτιἶσον ἐμοὶ βασίλευε καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς», Ομ. Ιλ.)
2. παίρνω με κλήρο («ἀροτήσιοι ὥρην τριπλόα μείρονται», Άρατ.)
3. (στον ενεργ. παρακμ.) ἔμμορα
γίνομαι μέτοχος σε κάτι, επιτυγχάνω, αξιώνομαι κάτι («ἔμμορέ τοι τιμῆς ὅς τ' ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῡ», Ησίοδ.)
4. (ως παθ.) διαιρούμαι, χωρίζομαι από κάποιον
5. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μεμορημένος, -η, -ον
εκτεθειμένος σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. μείρομαι (< σμερ-jομαι) με σίγηση του -j- και αντέκταση του -ε- σε -ει- ανάγεται στην απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζαςsmer- «σκέπτομαι, φροντίζω, προνοώ» (πρβλ. μέριμνα) και, όπως και το λατ. mereo «λαμβάνω, δέχομαι», εξελίχθηκε σημασιολογικά σε «προμηθεύομαι, αποδέχομαι (από κάποιον που προνοεί)». Ειδικά στην Ελληνική η σημ. του μείρομαι και ορισμένων παραγώγων του (πρβλ. μοῖρα, μόρος, εἱμαρμένη) μετασχηματίστηκε «ἐπὶ κακῷ» και το ρ. κατέληξε να σημαίνει το άσχημο πεπρωμένο, συγκεκριμένα τον θάνατο (πρβλ. λατ. mors, mortis). Ο αιολ. παρακμ. ἔμμορε ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας με διπλασιασμό (< se-smr-e) και αντιπροσώπευση του φωνηεντικού -r- με -ορ- ή -ρο- αντί -αρ-, λόγω αιολικής διαλέκτου (πρβλ. βροτός < mbrotos). Τα δύο μμ οφείλονται σε αφομοίωση του -σ- σε -μ- (πρβλ. ἄμμορος). Στη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας ανάγεται επίσης και ο μέσος παρακμ. εἵμαρται (<se-smr-tai) με τροπή του αρκτικού σ- σε δασύ πνεύμα και αντέκταση (για το σχήμα μείρομαιἔμμορεεἵμαρται πρβλ. φθείρω-ἔφθορα-ἔφθαρμαι). Στην απαθή βαθμίδα της ρίζας ανάγεται το ουσ. μέρος, ενώ στην ετεροιωμένη τα ουσ. μόρος και μοῖρα (< μορ-ja). Λιγότερο πιθανή είναι η ερμηνεία που ανάγει το ρ. σε ΙΕ ρίζα mer- και το συνδέει με χεττιτ. mar-k «τεμαχίζω ένα θύμα».
ΠΑΡ. μέρος, μοίρα, μόρα, μόρος, μορτή.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. απομείρομαι, εκμείρομαι, επιμείρομαι].
(II)
μείρομαι (Α)
επιθυμώ σφοδρά, ποθώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἱμείρομαι «επιθυμώ» με σίγηση του αρκτικού ι-].

Greek Monotonic

μείρομαι: αποθ., με γʹ ενικ. παρακ. ἔμμορε·
I. λαμβάνω μερίδιο ή το οφειλόμενο από κάτι· καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς, πάρε τη μισή δόξα όπως σου οφείλεται, σε Ομήρ. Ιλ.
II. στον παρακ., λαμβάνω μερίδιο από κάτι, με γεν., ἔμμορε τιμῆς, έλαβε το μερίδιό του από τη δόξα, σε Όμηρ.
III. στο γʹ ενικ. Παθ. παρακ. εἵμαρται, ήταν πεπρωμένο, σε Όμηρ.· εἵμαρτο, σε Δημ. κ.λπ.· μτχ. εἱμαρμένος, , -ον, προορισμένος, προκαθορισμένος, το ριζικό (πεπρωμένο), σε Θέογν., Αισχύλ. κ.λπ.· ἡ εἱμαρμένη (δηλ. μοῖρα), το ριζικό κάποιου, το πεπρωμένο, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μείρομαι: (pf. ἔμμορα; pass.: 3 л. sing. pf. εἵμαρται и ppf. εἵμαρτο, part. εἱμαρμένος) получать по жребию, принимать в удел (ἥμισυ μείρεο τιμῆς Hom.): ἕκαστος δ᾽ ἔμμορε τιμῆς Hom. каждый получил свою долю чести (т. е. царство); ἀνάγκη καὶ εἵμαρται impers. Plat. установлено судьбой; ἤδη καὶ ἡ εἱμαρμένη ἡμέρα παρῆν Plat. уже наступил назначенный судьбой день; ἡ εἱμαρμένη (sc. μοῖρα) Plat., Dem. судьба, удел, участь.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: get as share (I 616), divide (Arat. 1054).
Other forms: perf. act. 3. sg. ἔμμορε got as share (Il.), 3. pl. ἐμμόραντι τετεύχασι H., later also ἔμμορες, -ον (A. R., Nic.; s. below), μεμόρηκα (Nic.); perf. a. ppf. 3. sg. εἵμαρται, -το is (was) decided by fate (Il.), ptc., esp. in fem. εἱμαρμένη fate (IA.); Aeol. ἐμμόρμενον (Alc.), Dor. ἔμβραται εἵμαρται, ἐμβραμένα εἱμαρμένη H.; also (through innovation) βεβραμένων εἱμαρμένων H., μεμόρ-ηται, -ημένος (Man., AP).
Compounds: Also with ἀπο- (Hes. Op. 578), ἐπι- (Vett.Val. 346, 6). As 2. member e.g. in κάμ-μορος (κά-σμορος), ἤ-μορος; s. v.
Derivatives: Several derivv., which however mostly have an independent position as opposed to the disappearing verb 1. μέρος n. share etc., s. v. -- 2. μόρος m. fate, (fate of) death, violent death (Il.; cf. Leumann Hom. Wörter 305 m. n. 75), share, share of ground, also as land-measure (Mytilene, Western Locris). Diminut. of this μόριον n. share, part, member of the body (IA.), math. fraction, denominator with μοριασμός, -στικός (: *μοριάζω; Ptol., sch.), further the adj. μόριμος by fate destined (Y 302, Pi., A.), μόριος belonging to de deathfate (AP), prob. also μορίαι (ἐλαῖαι), s. v., μορόεις deathly (Nic.). --3. μόρα f. name of a Lacon. section of troops (X.; on the accent Chantraine Form. 20). -- 4. μοῖρα f. part, piece, piece of ground, share, degree, fate, (evil or good) fate, death-fate, also personified goddess of fate (Il.); compp., e.g. μοιρη-γενής fate-, child of happiness (Γ182; s. Bechtel Lex. s. v., v. Wilamowitz Glaube 1, 362; -η- anal.-metr. lengthening), εὔ-μοιρος favoured (B., Pl.). From this μοιρ-άδιος destined by fate (S. OC 228 cod. Laur.), -ίδιος id. (Pi., S.), -αῖος belonging to fate (Man.), -ιαῖος measuring a degree (Ptol., Procl.). -ικός, -ικῶς acc. to degree (Ptol., Vett.Val.); μοιρίς f. half (Nic.); μοιρ-άομαι, -αω divide, be awarded one's share, share (A., A. R.), -άζω = -άω (Anon. in Rh.). On μοῖρα and μόρος in gen. Nilsson Gr. Rel. 1, 361ff. -- 5. μορτή, Dor. -τά share of the farmer (Poll., Eust., H.). -- 6. μόρσιμος destined by fate; s. v.
Origin: IE [Indo-European] [569] *smer- care?
Etymology: The perfectforms Aeol. ἔμμορε (later taken as aor. 2, whence ἔμμορες, -ον) and Ion. εἵμαρται can be explained from *sé-smor-e resp. *sé-smr̥-tai (Schwyzer 769, Chantraine Gramm. hom. 1, 174 f., 184); here the full grade yot-present μείρομαι < *smér-i̯o-mai (Schw. 715); cf. e.g. φθείρω : ἔφθορα : ἔφθαρμαι. Init. sm- is seen also elsewhere, e.g. ἄ-μμορος, κατὰ μμοῖραν. -- Corresponding forms are nowhere found. Cognate may be the diff. built Lat. mereō, -ēre, -eor, -ērī earn, acquire (prop. *'get your share, acquire'?), which may also have sm- and may be identical with the yot-present in μείρομαι. Uncertain is the meaning of Hitt. marriya- ('break in pieces, make small'?), cf. Benveniste BSL 33, 140, Kronasser Studies Whatmough 122; we would have to assume an s-less variant. Hypothetic is the connection with the group of μέριμνα (Solmsen Wortforsch. 40 f. WP. 2, 690, Pok. 970, W.-Hofmann s. mereō. -- Of the nominal derivv. only μοῖρα requires a special explanation: one may start as well from an ο-stem μόρος as from an older consonant-stem *μορ- (Schwyzer 474). The o-vowel could be an Aeolic zero grade.

Middle Liddell


I. to receive as one's portion or due, καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς take half the honour as thy due, Il.
II. in perf. to have one's share of, c. gen., ἔμμορε τιμῆς he has gotten his share of honour, Hom.
III. in 3rd sg. perf. pass. εἵμαρται, impers. it is allotted, decreed by fate, Plat.; plup. εἵμαρτο, it was decreed, Hom.; εἵμαρτο Dem., etc.:—part., εἱμαρμένος, η, ον, ordained, destined, allotted, Theogn., Aesch., etc.; ἡ εἱμαρμένη (sc. μοῖρα), that which is allotted, destiny, Plat.

Frisk Etymology German

μείρομαι: {meíromai}
Forms: Perf. Akt. 3. sg. ἔμμορε ist teilhaft (ep. seit Il.), 3. pl. ἐμμόραντι· τετεύχασι H., später auch ἔμμορες, -ον (A. R., Nik.; vgl. unten), μεμόρηκα (Nik.); Perf. u. Plqupf. 3. sg. εἵμαρται, -το ‘durch das Schicksal ist (war) bestimmt’ (seit Il.), Ptz., bes. im Fem. ειμαρμένη Schicksal (ion. att.); äol. ἐμμόρμενον (Alk.), dor. ἔμβραται· εἵμαρται, ἐμβραμένα· εἱμαρμένη H.; auch (durch Neubildung) βεβραμένων· εἱμαρμένων H., μεμόρηται, -ημένος (Man., AP).
Grammar: v.
Meaning: als Anteil erhalten (Ι 616), aufteilen (Arat. 1054),
Composita : auch mit ἀπο- (Hes. Op. 578), ἐπι- (Vett.Val. 346, 6);
Derivative: Mehrere Ableitungen, die aber meistens gegenüber dem absterbenden Verb eine selbständige Stellung einnehmen. 1. μέρος n. Teil, Anteil, s. bes. — 2. μόρος m. Los, Schicksal, Todeslos, gewaltsamer Tod (ep. ion. poet. seit Il.; vgl. Leumann Hom. Wörter 305 m. A. 75), Los, Ackerlos, auch als Landmaß (Mytilene, Westlokris); als Hinterglied z. B. in κάμμορος (κάσμορος), ἤμορος; s. bes. Davon das Deminutivum μόριον n. Teil, Abteilung, Glied des Körpers (ion. att.), math. Bruch, Nenner mit μοριασμός, -στικός (: *μοριάζω; Ptol., Sch.), ferner die Adj. μόριμος vom Schicksal beschieden (Υ 302, Pi., A. in lyr.), μόριος zum Todeslos gehörig (AP), wohl auch μορίαι (ἐλαῖαι), s. bes., μορόεις tödlich (Nik.). —3. μόρα f. Bez. einer lakon. Truppenabteilung (X. u. a.; zum Akzent Chantraine Form. 20). — 4. μοῖρα f. ‘Teil, Stück, Grundstück, Anteil, Grad, Los, (böses od. gutes) Schicksal, Todeslos’, auch personifiziert Schicksalsgöttin (seit Il.); Kompp., z.B. μοιρηγενής ‘Schicksals-, Glückskind’ (Γ182; s. Bechtel Lex. s. v., v. Wilamowitz Glaube 1, 362; -η- anal.-metr. Dehnung), εὔμοιρος beglückt (B., Pl. u. a.). Davon μοιράδιος vom Schicksal bestimmt (S. OC 228 cod. Laur.), -ίδιος ib. (Pi., S. usw.), -αῖος zum Schicksal gehörig (Man. u. a.), -ιαῖος einen Grad messend (Ptol., Prokl.). -ικός, -ικῶς gradweise (Ptol., Vett.Val. u.a.); μοιρίς f. Hälfte (Nik.); μοιράομαι, -αω unter sich teilen, sich zuteilen lassen, teilen (A. in lyr., A. R., sp. Prosa), -άζω = -άω (Anon. in Rh.). Zu μοῖρα und μόρος im allg. Nilsson Gr. Rel. 1, 361ff. m. reicher Lit. — 5. μορτή, dor. -τά dem Pächter zukommender Anteil des Ertrages (Poll., Eust., H.). — 6. μόρσιμος vom Schicksal bestimmt; s. bes.
Etymology : Die Perfektformen äol. ἔμμορε (später als Aor. 2 aufgefaßt, woher ἔμμορες, -ον) und ion. εἵμαρται lassen sich auf *-smor-e bzw. *-smr̥-tai zurückführen (Schwyzer 769, Chantraine Gramm. hom. 1, 174 f., 184); dazu das hochstufige Jotpräsens μείρομαι aus *smér-i̯o-mai (Schw. 715); vgl. z.B. φθείρω : ἔφθορα : ἔφθαρμαι. Anl. sm- schimmert auch sonst mehrfach durch, z.B. ἄμμορος, κατὰ μμοῖραν. — Entsprechende Formen liegen nirgends vor. Verwandtschaft kann indessen bestehen mit dem anders gebildeten lat. mereō, -ēre, -eor, -ērī verdienen, erwerben (eig. *’Anteil erhalten, sich erwerben’?), das ebenfalls anlaut. sm- enthalten und mit dem Jotpräsens in μείρομαι zusammenhängen kann. Unsicher ist die Bed. von heth. marriya- (’zerstückeln, zerkleinern’?), das neben mark-’(Opfertier) zerlegen, (Speisen od. Getränke) verteilen’ von Benveniste BSL 33, 140 und Kronasser Studies Whatmough 122 hierhergestellt worden ist; es wäre dann eine slose Variante anzunehmen. Hypothetisch ist die Verbindung mit der Sippe von μέριμνα (Solmsen Wortforsch. 40 f. u.a.; eig. *jmdn womit bedenken, versorgen?). WP. 2, 690, Pok. 970, W.-Hofmann s. mereō. — Von den nominalen Ablegern erheischt nur μοῖρα eine besondere Erklärung: man kann sowohl vom ο-Stamm μόρος wie von einem älteren Konsonantstamm *μορ- ausgehen (Schwyzer 474), insofern man nicht mit Specht KZ 66, 212 f., Ursprung 329 eine gemeinsame -Ableitung in μείρομαι und μοῖρα annehmen will. Der o -Vokal könnte auch äolische Schwundstufe sein.
Page 2,196-197