Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκκένωση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (Α ἐκκένωσις)
αποχώρηση από χώρο ή περιοχή («διατάχτηκε εκκένωση του κτηρίου»)
νεοελλ.
1. εγκατάλειψη φρουρίου ή χώρας με αποχώρηση του στρατού που τά κατέχει
2. φρ. «ηλεκτρική εκκένωση» — διέλευση ηλεκτρικών φορτίων μέσα από μονωτική ύλη, τον αέρα ή αραιωμένα αέρια.