Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμπέδωση

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η (Α ἐμπέδωσις)
1. σταθεροποίηση, παγίωσηεμπέδωση του μαθήματος», «εμπέδωση της καταστάσεως»)
2. (στη μαιευτική) το πέρασμα του κεφαλιού του κυήματος από το ανώτερο στόμιο της πυέλου
αρχ.
διατήρηση, φύλαξη.