Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενθουσιασμός

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

ο (AM ἐνθουσιασμός) ενθουσιάζω
παράφορη έξαρση ψυχικών διαθέσεων που είτε είναι ενδιάθετη είτε εκδηλώνεται με χαρά ή ορμή για ενέργεια ή με επευφημίες («τῆς δυνάμεως ἐπιγνούσης το συμβεβηκός, τοιοῦτος ἐνθουσιασμός ἐγένετο», Πολ.)
νεοελλ.
έντονη ορμή προς κάποια επιδίωξη, ζωηρή διάθεση για κάτι ευχάριστο («έσβησε ο ενθουσιασμός του»)
αρχ.
1. έξαλλη κατάσταση, φρενίτιδα που προέρχεται από παραφορά ή από πάθοςἄλογος ἐνθουσιασμός», Φιλόδ.)
2. ψυχική έξαρση που προκαλείται από μουσικά μέλη.