Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάθεση

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

η (Α διάθεσις, -εως) διατίθημι
1. τοποθέτηση, διάταξη σε χώρο, διευθέτηση, τακτοποίηση, συγύρισμα
2. χρησιμοποίηση πραγμάτων (κυρίως χρημάτων)
3. μοίρασμα περιουσίας, κληροδοσία (συνήθως με διαθήκη)
4. ψυχική ή σωματική κατάσταση, κέφι, όρεξη
5. τα αισθήματα που τρέφει κανείς για κάποιον άλλο
6. πληθ. οι διαθέσεις
ο σκοπός, οι προθέσεις
7. γραμμ. έννοια εκφραζόμενη από το ρήμα (ενέργεια, πάθος, κατάσταση)
8. φρ. α) «είμαι στη διάθεσή σου» — μπορώ να σέ εξυπηρετήσω όπως νομίζεις
β) «δεν έχω διάθεση για ύπνο απόψε» — δεν νυστάζω
αρχ.
1. διαρρύθμιση έργων τέχνης ή μελών γλυπτού συμπλέγματος
2. ρητορική δεινότητα
3. ομοιότητα
4. έκθεση για πώληση
5. διαθήκη.