Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έξαρση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἔξαρσις) εξαίρω
ύψωση, ανύψωση
νεοελλ.
1. διανοητική ή ψυχική ανύψωση, ανάταση σε ανώτερες σφαίρες του ιδεατού κόσμου, μεταρσίωσηέξαρση του νου, της φαντασίας»)
2. γεωλ. η ανύψωση τμημάτων της επιφάνειας της γης, που οφείλεται σε ποικίλα γεωλογικά φαινόμενα
3. (ψυχολ.) παρόμοια με τον ενθουσιασμό ψυχολογική κατάσταση, κατά την οποία κυριαρχεί κυρίως η φαντασία και το συναίσθημα και παρουσιάζεται συρροή ιδεών χωρίς σοβαρό λογικό ειρμό
η έξαρση μπορεί να αποδώσει μεγάλα επιτεύγματα, αλλά η χρόνια έξαρση είναι νοσηρή κατάσταση του ατόμου
μσν.
γραμμ. αποβολή γράμματος
αρχ.
1. έγερση, ξεσήκωμα για αναχώρηση
2. μετατόπιση, απομάκρυνση, αποτροπήἔξαρσις κακῶν ἁπάντων», επιγρ.)
3. ανατροπή, καταστροφή, κατάλυση («καὶ ἐξαρῶ τὸ ἔθνος ἐκεῑνο ἐξάρσει», Ιερ., ΠΔ).