Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξιστορώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-έω και -άω (AM ἐξιστορῶ, -έω)
μσν.- νεοελλ.
διηγούμαι με κάθε λεπτομέρεια
αρχ.-μσν.
διασαφηνίζω
αρχ.
1. ερευνώ, πληροφορούμαι, βεβαιώνομαι («ἐξιστορήσας και σαφηνίσας ὁδόν», Αισχ.)
2. ανακρίνω κάποιον για να μάθω («μηδέ καρδίας δηκτήρια ἐξιστορῆσαι», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + ιστορώ (< ίστωρ «γνώστης» < οίδα «γνωρίζω»)].