Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανακρίνω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ἀνακρίνω)
(ως δικανικός όρος) εξετάζω κάποιον υποβάλλοντας του συνεχείς ερωτήσεις για να εξακριβώσω την αλήθεια
αρχ.
1. εξετάζω, ερευνώ για την εύρεση της αλήθειας
2. (ως πολιτικός όρος) α) εξετάζω άρχοντες για να διαπιστώσω την ικανότητα, την καταλληλότητα τους
β) (για άρχοντες) εξετάζω τα σχετιζόμενα με εκδικαζόμενη υπόθεση πρόσωπα, για να συγκεντρώσω στοιχεία για τη δίκη
3. μέσ. α) ανακρίνω, εξετάζω
β) λογομαχώ, φιλονικώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- επιτ. + κρίνω.
ΠΑΡ. ανάκρισις (-η), ανακριτήριο, ανακριτής].