Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίπλωση

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η
1. εφοδιασμός ενός χώρου (δωματίου, σπιτιού, γραφείου κ.λπ.) με έπιπλα
2. το σύνολο τών επίπλων ενός οικήματος και ο τρόπος τοποθετήσεώς τους
(«πλούσια, καλλιτεχνική επίπλωση» κ.λπ.)
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου (πρβλ. γαλλ. ameublement). Η λ. στον λόγιο τ. επίπλωσις μαρτυρείται από το 1883 στον Στέφ. Κουμανούδη].