Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιδέχομαι

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

(AM ἐπιδέχομαι)
επιτρέπω («η εγχείρηση δεν επιδέχεται αναβολή»)
μσν.
απρόσ. ἐπιδέχεται
φαίνεται
αρχ.
1. δέχομαι επί πλέον («ὡς ἐπεδέκοντο οί Θεσπιέες πολιήτας», Ηρόδ.)
2. δέχομαι κάποιον σπίτι μου ή αλλού, υποδέχομαι
3. αναλαμβάνω να επιχειρήσω κάτι («οὐκ ἂν ἐπιδέξαιντο τὸν πόλεμον πρὶν ἤ...», Πολύβ.)
4. υπομένω, βαστάζω
5. αναμένω, προσδοκώ.