Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επικέντρωση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἐπικέντρωσις) επικεντρώνω
νεοελλ.
1. η συγκέντρωση, η εστίαση του ενδιαφέροντος σε ένα κύριο σημείο
2. τεχνολ. ο προσδιορισμός του κεντρικού άξονα ενός κυλινδρικού σώματος
αρχ.
η θέση ενός αστέρα σε ένα από τα κύρια σημεία του ορίζοντα.