Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επικυδής

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

ἐπικυδής, -ές (Α)
(συνήθως συγκρ. έπικυδέστερος, -α, -ον)
1. ένδοξος, επιφανής
2. λαμπρός, πετυχημένος («ἐπικυδέστερα τὰ πράγματα θἄτερ’ ἐποίησεν», Ισοκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κύδος «δόξα»].