Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επισπεύδω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM ἐπισπεύδω) σπεύδω
ενεργώ ώστε να γίνει κάτι σε συντομότερο χρόνο («επισπεύδει την αναχώρηση», «επισπεύδει την ψήφιση του νόμου», «ἐπισπεύδων τὸ δρᾶν», Σοφ.)
αρχ.
1. παροτρύνω, προτρέπω («οὐκ ἀποτρέπειν, ἀλλ’ ἐπισπεύδειν τὴν στρατείαν», Ισοκρ.)
2. σπεύδω προς τα εμπρός
3. αποβλέπω σε κάποιον σκοπό («καὶ ταῡτα οὐκ εἰς ταυτὸν τῷ οἴνῳ ἐπισπεύδει», Ξεν.)
4. (η μτχ. ενεστ. σε επιρρημ. έκφρ.) ἐπισπεύδων, -ουσα, -ον
με βιασύνη («ὠμόν ἐπισπεύδων κείρει στάχυν», Απολλ. Ρόδ.)
5. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ ἐπισπεῦδον
η επίσπευση, η βιασύνη.