Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενεργώ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

και ενεργάω (AM ἐνεργῶ, -έω) ενεργός
1. (με εμπρόθ. προσδ. ή επίρρ.) συμπεριφέρομαιενεργώ κατά συνείδηση», «σωστά ενήργησες»)
2. εκτελώ, διεξάγω, επιχειρώ κάτι (α. «ενεργώ έρευνα, επιθεώρηση, έφοδο» κ.λπ.
β. «ἐνήργουν τά τοῦ πολέμου», Πολύβ.)
3. καταβάλλω ενέργεια για να γίνει κάτιενεργώ τα δέοντα» — κάνω τις απαραίτητες ενέργειες)
4. (για φάρμακο) έχω σημαντική ή αποτελεσματική δράση («το δηλητήριο ενήργησε κεραυνοβόλα»)
νεοελλ.
1. είμαι ενεργητικός, δραστήριος («δεν αρέσκεται σε λόγους, αλλά ενεργεί»)
2. (για φάρμακο) προκαλώ κένωση, αποπάτηση («το ρετσινόλαδο θα τον ενεργήσει»)
3. (παθ. με μέσ. σημ.) ενεργούμαι
αποπατώ, εκκενώνομαι
4. (για πρόσ., ως επίθ. για όλα τα γένη) ενεργούμενο
αυτός που ενεργεί δραστήρια, αλλά για λογαριασμό και με εντολή άλλου και όχι με ευθύτητα («ύποπτο ενεργούμενο»)
5. φρ. «ενεργώ το έγγραφο» — διεκπεραιώνω τα αναφερόμενα στο έγγραφο, εκτελώντας ό,τι υπάγεται στην αρμοδιότητα μου
6. (με τελική πρότ. ή εμπρόθ. προσδ.) εργάζομαι εντατικά για να επιτύχω κάτιενεργώ για να μετατεθείς», «ενεργώ για την προαγωγή», «ενεργώ δραστήρια, ύπουλα, πονηρά»)
μσν.
1. προξενώ, προκαλώ
2. επενεργώ
3. εργάζομαι
4. υπηρετώ
αρχ.-μσν.
1. θέτω σε εφαρμογή, πραγματοποιώ
2. (με αιτ.) κινώ, κατευθύνω («τάς τε σφενδόνας ἐπ' αὐτοὺς καὶ τὰ τόξα ἐνήργουν», Προκ.)
3. (μτχ. παθ. παρακμ.) ενεργούμενοι
οι δαιμονιζόμενοι
αρχ.
1. (για άντρα) συνουσιάζομαι, κάνω έρωτα
2. φρ. «ἐνεργῶ τινι εἴς τι» — προκαλώ τη δράση κάποιου για να εκτελέσει κάτι (α. «ἐνεργοῡμαι φόβον τινί» — προκαλώ φόβο σε κάποιον
β. «ἐνεργῶ ἔν τινι» — εκδηλώνομαι ή υπάρχω μέσα σε κάποιον, κυρίως για θεϊκή ή υπερφυσική δύναμη).