Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιστατώ

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(AM ἐπιστατῶ, -έω) επιστάτης
είμαι επιστάτης, εποπτεύω, επιβλέπωεπιστατώ στα έργα», «ἐπιστατεῑ τοῦ ἔργου», «ποιμνίοις ἐπεστάτουν»)
αρχ.
1. στέκομαι από πάνω, υποστηρίζω, βοηθώ («Παιὼν τῶδ’ ἐπεστάτει λόγῳ», Αισχύλ.)
2. ακολουθώ («τίς γάρ με μόχθος οὐκ ἐπεστάτει;», Σοφ.)
3. είμαι επιστάτης τών πρυτάνεων στη Βουλή («Νικιάδης ἐπεστάτει»).