Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακολουθώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(Α ἀκολουθῶ, -έω) (Ν. και ακολουθάω και ακλουθώ, -έω, -άω)
1. πηγαίνω μαζί με κάποιον ή μετά από κάποιον
2. ενεργώ σύμφωνα με κάποιον ή κάτι, συγκατανεύω, συμμορφώνομαι, προσαρμόζομαι
3. έρχομαι ως συνέπεια, επακολουθώ, απορρέω
4. ακολουθώ κάποιον χωρίς καθόλου να υστερώ
5. απρόσ. ακολουθεί
έπεται συνέχεια, συνεχίζεται
νεοελλ.
1. τηρώ πορεία, διευθύνομαι
2. επαναλαμβάνω μια ενέργεια, μιμούμαι
3. είμαι οπαδός κάποιου, συμφωνώ με τις αρχές του
4. φρ. «ακολουθώ κατά πόδας ή κατά βήμα ή το παράδειγμα κάποιου», μιμούμαι
«ακολουθώ πιστά ή επακριβώς», τηρώ
«ακολουθώ τη ρουτίνα», ενεργώ χωρίς πρωτοβουλία και με τρόπο τετριμμένο
αρχ.
1. κατανοώ τα λεγόμενα κάποιου, παρακολουθώ τη συνέχιση ενός λόγου
2. ακολουθώ την αναλογία κάποιου, είμαι όμοιος ως προς κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ακόλουθος.
ΠΑΡ. ακολούθησις, ακολουθητικός
νεοελλ.
ακολούθημα.
ΣΥΝΘ. εξακολουθώ, επακολουθώ, παρακολουθώ, συνακολουθώ, συμπαρακολουθώ, συνεπακολουθώ
αρχ.
ἀντακολουθῶ, διακολουθῶ, ἐπακολουθῶ, κατακολουθῶ, μετακολουθῶ, περιακολουθῶ, προακολουθῶ, συγκατακολουθῶ, συνεξακολουθῶ].