Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εργατικός

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἐργατικός, -ή, -όν) εργάτης
αυτός που εργάζεται φιλότιμα και αποδοτικά, φιλόπονος
νεοελλ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους εργάτες ή στην εργασία (α. «εργατικά σωματεία» β. «εργατική νομοθεσία»)
2. το αρσ. ως ουσ. ο εργατικός
εργάτης
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εργατικά
αμοιβή για την προσφορά εργασίας.
επίρρ...
ἐργατικῶς (Α)
φρ. «ἐργατικῶς πρός τι» — επωφελώς, με ωφέλεια για κάτι.