Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ερωτεύομαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ἐρωτεύομαι) έρως
αγαπώ ερωτικά, καταλαμβάνομαι από ερωτικό συναίσθημα («τον ερωτεύθηκα για τη λεβεντιά του»)
νεοελλ.
συμπαθώ υπερβολικά, είμαι αφοσιωμένος σε κάποιον ή σε κάτι («ερωτεύθηκα τη θάλασσα»).