Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγαπώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(-άω) (Α ἀγαπῶ)
1. αισθάνομαι στοργή, συμπάθεια ή φιλία για κάποιον
2. επιθυμώ, μού αρέσει κάτι
3. αγαπώ ερωτικά, ερωτεύομαι
νεοελλ.
1. νιώθω ευχαρίστηση με κάτι, έχω κλίση σ’ αυτό
2. μέσ. αγαπιέμαι
γίνομαι αξιαγάπητος
αρχ.
1. εκλιπαρώ, ικετεύω, εξορκίζω, πείθω
2. θωπεύω, χαϊδεύω
3. προτιμώ
4. αρκούμαι σε κάτι, είμαι ευχαριστημένος με κάτι
5. υποφέρω, ανέχομαι, υπομένω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστη. Η σύνδεση με το ἀγα- δεν ικανοποιεί σημασιολογικά και δεν δικαιολογεί την παρουσία του φθόγγου π.
ΠΑΡ. αγάπη, αγάπημα, αγαπητικός, αγαπητός
αρχ.
ἀγαπάζω, ἀγάπησις νεοελλ. αγαπημός, αγαπησιάρης, αγαπίζω. Το ρ. ἀγαπῶ το χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα για να εκφράσουν την αγάπη που προέρχεται από φρόνιμη και συνετή στάθμιση τών πραγμάτων και περιλαμβάνει εκτίμηση και σεβασμό. Επίσης για την περιπαθή συμπάθεια (σημασία που αποδιδόταν και από τα ρ. φιλῶ και ἐρῶ) και για την τρυφερή αγάπη τών γονέων (όπως αυτή που δήλωνε το ρ. στέργω). Το ρ. ἀγαπῶ είχε παραπλήσια σημασία με τα ρ. ἐρῶ, στέργω, φιλῶ. Το ἐρῶ δήλωνε την κατεύθυνση όλου του νου, όλης της αισθήσεως προς ένα πρόσωπο ή αντικείμενο. Επίσης δήλωνε την επιθυμία και τη σεξουαλική έλξη. Το στέργω δήλωνε την ειλικρινή και βαθιά εσωτερική σχέση, το ήσυχο και σταθερό συναίσθημα αγάπης για οικεία πρόσωπα -κυρίως για τους γονείς, τον ή τη σύζυγο, τα παιδιά, τους κοντινούς συγγενείς-και για την πατρίδα. Το φιλῶ κατ’ αρχάς χρησιμοποιήθηκε για γενικότατη δήλωση της αγάπης, της εσώτατης κλίσης (αντίθετο του μισεῖν και του ἐχθαίρειν). Αργότερα πήρε τη σημερινή σημασία, δηλαδή της ενέργειας του φιλήματος και η χρήση του με την αρχική σημασία άρχισε να περιορίζεται, ενώ συγχρόνως επεκτεινόταν βαθμιαία η χρήση του ρ. ἀγαπῶ, που το αντικαθιστούσε. (Η επέκταση φαίνεται κυρίως στα κείμενα του Αισχίνη και του Πολύβιου)].