Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ετυμολογία

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (ΑΜ ἐτυμολογία) ετυμολογώ
η αναζήτηση της πρώτης ρίζας και της αρχικής σημασίας τών λέξεων
νεοελλ.
1. γλωσσ. ο κλάδος της γλωσσικής επιστήμης που ερευνά τις αρχικές μορφές (ρίζα, προσφύματα, καταλήξεις κ.λπ.) τών λέξεων, δηλ. την προέλευσή τους, τη γενετική συγγένειά τους με αντίστοιχους τύπους άλλων γλωσσών κοινής καταγωγής, καθώς και την αρχική σημασία τους
2. το ετυμολόγημα, η ανεύρεση της προελεύσεως μιας λέξεως ύστερα από έρευνα, ο καθορισμός της προελεύσεώς της.