Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευεργετώ

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae

Greek Monolingual

-έω (ΑΜ εὐεργετῶ) ευεργέτης
1. κάνω κάποια καλή και ωφέλιμη πράξη σε κάποιον («εὐεργετῶν γὰρ καὐτὸς αὔτ' ἐκτησάμην», Σοφ.)
2. προσφέρω με έργα υπηρεσία σε ομάδα ανθρώπων («ευεργέτησε την πατρίδα»)
νεοελλ.
παρέχω χρηματική βοήθεια
μσν.
χαρίζω, δωρίζω
(αρχ·) λαμβάνω τον τιμητικό τίτλο του ευεργέτη, ανακηρύσσομαι ευεργέτης.