Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευπρέπεια

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐπρέπεια) ευπρεπής
1. ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση
2. ψυχική ομορφιά, ευγένεια και σεμνότητα ήθους
3. ευγενική, πολιτισμένη συμπεριφορά, κοσμιότητα
μσν.
καύχημα, κόσμημα
μσν.-αρχ.
μεγαλοπρέπεια («ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο», ΠΔ)
αρχ.
1. φαινομενική, υποκριτική κοσμιότητα
2. ευλογοφανής πρόφαση.