Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σεμνότητα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η / σεμνότης, -ητος, ΝΑ σεμνός
1. σοβαρότητα, ευπρέπεια, αξιοπρέπεια
2. αιδημοσύνη, ντροπαλότητα
αρχ.
1. (σχετικά με θεό) ιερότητα, αγιότητα
2. μεγαλοπρέπεια («ἡ τοῦ τόπου σεμνότης», επιγρ.)
3. (σχετικά με πρόσ.) επισημότητα («παρεχόμενος... ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, ἀφθαρσίαν», Αριστοτ.)
4. (με ειρων. σημ.) επίπλαστη σοβαρότητα, σοβαροφάνεια, σεμνοτυφία.