ζαλόεις

From LSJ

εἰ μέντοι νόμον τελεῖτε βασιλικὸν κατὰ τὴν γραφήν, Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε → Now if you're accomplishing the King's Law according to scripture — Thou shalt love thy neighbour as thyself — you're doing the right thing (James 2:8)

Source

German (Pape)

[Seite 1136] εσσα, εν, dasselbe, Schol. Nic. Th. 251.

Greek (Liddell-Scott)

ζᾰλόεις: εσσα, εν, τρικυμιώδης, πλήρης σάλου, Σχόλ. Νικ. Θ. 252.

Greek Monolingual

ζαλόεις, -εσσα, -εν (Α)
γεμάτος σάλο, τρικυμιώδης, θυελλώδης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζάλη + κατάλ. -οεις (πρβλ. αστερόεις, κυματόεις)].