Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζενίθ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το
1. το νοητό σημείο του ουρανού, το οποίο συναντά η κατακόρυφος του τόπου όπου βρίσκεται ο παρατηρητής όταν αυτή προεκταθεί προς τα επάνω, αντίθ.: ναδίρ
2. το ανώτατο όριο, ο ύψιστος βαθμός, το μεσουράνημα («έφτασε στο ζενίθ της δόξας του»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. zenith < αραβ. semt].