Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζευξίγαμος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ζευξίγᾰμος Medium diacritics: ζευξίγαμος Low diacritics: ζευξίγαμος Capitals: ΖΕΥΞΙΓΑΜΟΣ
Transliteration A: zeuxígamos Transliteration B: zeuxigamos Transliteration C: zefksigamos Beta Code: zeuci/gamos

English (LSJ)

[ῐ], ἡ,

   A she that yokes in marriage, epith. of the planet Venus, Cat.Cod.Astr.1.173.

Greek Monolingual

ζευξίγαμος, ἡ (Α)
(για τον πλανήτη Αφροδίτη) αυτή που συνδέει με τους δεσμούς του γάμου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζευξι- + -γάμος
ζευξι- (< ζεύγνυμι
πρβλ. και ζευξί-λεως κατά τα σύνθετα του τύπου τερψί-μβροτος + -γαμος, (< γάμος) πρβλ. α-πειρό-γαμος, έγγαμος].