Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Αφροδίτη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM Ἀφροδίτη)
1. η θεά της ομορφιάς και του έρωτα, κόρη του Δία και της Διώνης
2. ο πλανήτης Αφροδίτη
αρχ.
1. η ερωτική απόλαυση
2. ομορφιά, χάρη
3. οποιαδήποτε έντονη επιθυμία.